whale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||both728 x90_rotting christ - 699|87|728 x90_rotting christ|||bothPowerwolf_728x90 - 728|90|Powerwolf_728x90|||bothGreek Rebels Advert Feb 2018_728x90 - 728|90|Greek Rebels Advert Feb 2018_728x90||https://www.facebook.com/GreekRebels/|bothRussian Circles 728×90 - 728|90|Russian Circles 728×90|||bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||both728x90_Suicidal Angels - 728|91|728x90_Suicidal Angels|||bothnano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothBob-Katsionis_728x90 - 728|90|Bob-Katsionis_728x90|||bothRoadHouse Diet_728x90 - 728|90|RoadHouse Diet_728x90||https://www.greekrebels.gr/roadhouse-diet-electric-devilry-mojoholic/|both
20000
110

[Option A]

Όπως είχα αναφέρει και στην προηγούμενη μου κριτική, οι Iced Earth αποτελούν για εμένα προσωπικά μια ιδιαίτερη μπάντα, καθώς ήταν από τις πρώτες που με έκαναν να μυηθώ στο θαυμαστό κόσμο του metal, πέραν της τριάδας Maiden/Metallica/Megadeth. Οπότε κάθε τους κυκλοφορία την ανέμενα με μεγάλη ανυπομονησία. Υπήρξαν φορές που αρρώστησα με άλμπουμ τους όταν αυτά κυκλοφόρησαν όπως συνέβη με τα “Horror Show” & “Framing Armageddon”, υπήρξαν στιγμές που απλά συμφιλιώθηκα με έναν δίσκο – βλέπε “Glorious Burden” – ενώ τραβούσα τα μαλλιά μου στο άκουσμα του απογοητευτικότατου “The Crucible Of Man”. Όταν ήρθε το “Dystopia”, πραγματικά ούτε στα πιο τρελά όνειρα του κάθε οπαδού δεν θα μπορούσε να συμβεί, μιας και αποτελούσε δίσκο comeback. Όλοι απορούσαν αν η πορεία θα ήταν ανοδική και η καριέρα των αγαπημένων στο Ελληνικό κοινό Iced Earth θα περνούσε δεύτερη νιότη. Αποδείχθηκε εκ του αποτελέσματος ότι το “Dystopia” ήταν ένας δίσκος προσωρινής αναλαμπής, με την ελπίδα της επιστροφής σε σπουδαίες στιγμές του παρελθόντος να έχει οριστικά χαθεί μετά το τέλος της ακρόασης του “Plagues Of Babylon”. Από την πρώτη στιγμή που δόθηκε στην δημοσιότητα το ομότιτλο εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου, μονάχα απογοήτευση μπορούσα να πω ότι ένιωθα. Δεν με συγκίνησε ούτε στο ελάχιστο και περίμενα να δω τι θα ακούσω στην συνέχεια. Δεύτερο κατά σειρά κομμάτι το “Demoncide”, το οποίο πραγματικά ήταν σφαλιάρα! Και λέω κάτι γίνεται εδώ. Το όλο riff-ο-λογικό θέμα παρέπεμπε στις σπουδαίες εποχές του “Stormrider” άλμπουμ, φέρνοντας στο μυαλό ακόμα και το ίδιο το ομότιτλο κομμάτι. Από εκεί οδηγούμαστε στο “The Culling”, το οποίο είναι ούτε κρύο ούτε ζέστη, το οποίο φέρνει πιο κοντά σε “Dystopia” μονοπάτια, πιο πολύ τύπου filler κάνει παρά κανονικό κομμάτι. Επόμενο στην σειρά το “Among The Living Dead”, το οποίο ανεβάζει ταχύτητες και κάτι πάει να σωθεί εδώ, με τον παλιό συνεργάτη του Schaffer από τους Demons & Wizards, Hansi Kűrsch (Blind Guardian), να αναλαμβάνει κάποια lead & backing φωνητικά (μην φανταστείτε τίποτα τρελά πράματα). Στο “Resistance” που ακολουθεί, στην εισαγωγή μου ξυπνήσαν μνήμες “Glorious Burden” και συγκεκριμένα μου έφερε στο μυαλό ένα “Waterloo” feeling, δίχως όμως να πλησιάζει, έχοντας δε ένα επιθετικό κρεσέντο από 16α μετά το πρώτο refrain του κομματιού ενώ στο “The End” μας παρουσιάζεται ένα αδερφάκι του “When Stars Collide” από το “Framing Armageddon”, μιας και υπάρχει ένα ιδιαίτερο vibe συνένωσης των δυο κομματιών. Ακούστε τα και τα δυο και θα με καταλάβετε. Ακολουθεί το “If I Could See You”, η μπαλάντα του δίσκου η οποία και αυτή με την σειρά της θα μπορούσε να φάει την θέση του “Melancholy” & του “I Died For You” από το set list των ζωντανών εμφανίσεων των Αμερικανών για ευνόητους λόγους. Το “Cthulu” που ακολουθεί με κάνει και πάλι να χαμογελάσω, μιας και αποτελεί κλασσικό Iced Earth κομμάτι, από αυτά που ο Jon Schaffer μας έχει συνηθίσει. Μεγάλο έπος! Τα ίδια και για το “Peacemaker”, το οποίο ξεκινά με μια ωραία semi distorted ακουστική εισαγωγή η οποία μου έφερε στο μυαλό Lynyrd Skynyrd(!!!) για κάποιο λόγο, και εν συνεχεία εξελίσσετε σε μια πολύ ωραία σύνθεση. Κάπου εκεί έρχεται και το τελευταίο πραγματικά καλό κομμάτι του δίσκου, το “Parasite”, το οποίο είναι και αυτό κοντά στο ύφος του “Dystopia”. Εκεί ο δίσκος για εμένα προσωπικά θα έπρεπε να τελειώσει και όχι να ακολουθήσουν δυο κομμάτια τα οποία για εμένα δεν είχαν θέση στο δίσκο. Η αρχή γίνεται με την διασκευή(;;;) πάνω στο “Spirit Of The Times”, κομμάτι της άλλης προσωπικής μπάντας του Jon Schaffer, των Sons Of Liberty, παρμένη μέσα από το ομώνυμο EP του 2011. Το δεύτερο, πραγματικά αστείο και μόνο που βρίσκεται στο δίσκο, είναι μια ακόμα διασκευή πάνω στο “Highwayman” του Jimmy Webb, το οποίο αρχικά είχαν τραγουδήσει οι Willie Nelson, Johnny Cash, Waylon Jennings & Kris Kristofferson όπου στην εκδοχή των Iced Earth εμφανίζονται στα φωνητικά οι Jon Schaffer, Russell Allen (Symphony X), Stu Block & Michael Poulsen (Volbeat) κατά σειρά. Όσο για το “Outro”, ασχολίαστο. Πολύ από εσάς να διαφωνήσετε μετά από αυτό που θα πω, αλλά θαρρώ πως ήρθε η ώρα για τον Schaffer και την παρέα του να κάνουν μια μεγάλη παύση ώστε να γράψουν έναν πραγματικά καλό δίσκο. Οι συχνές περιοδείες μονάχα στην τσέπη του σχήματος ωφελούν και όχι στο να παραδώσουν έναν δίσκο άξιο της ιστορίας τους. Απορώ πως “συνάδελφοι” σε ξένα περιοδικά του βάζουν ακόμα και 10/10! Ή κουφοί είναι, ή πρώτη φορά ακούσανε Iced Earth στην ζωή τους…

5/10

Νίκος Σιγλίδης

[email protected]

[Option B]

Όταν είσαι οπαδός μιας μπάντας, καλώς ή κακώς, έχεις την απαίτηση αυτό που κυκλοφορεί το αγαπημένο σου συγκρότημα να ανταποκρίνεται σε κάποια κριτήρια που έχεις θέσει, υπερβολικά υψηλά τις περισσότερες φορές, αποτέλεσμα όμως της αγάπης που έχεις για το συγκρότημα. Στην περίπτωση των Iced Earth, η ιστορία είναι λίγο –πολύ γνωστή. Από την καταξίωση των mid-90’s στην αποχώρηση Barlow, μετριότητα, επιστροφή Barlow, ξανά μετριότητα. Και εκεί που λέγαμε «περασμένα μεγαλεία», έρχεται η πρόσληψη του Stu Block και η κυκλοφορία του “Dystopia” το οποίο ξεπέρασε κατά πολύ τις ομολογουμένως χαμηλές προσδοκίες που είχαμε εκείνη την περίοδο απ’ το συγκρότημα. Ένας εξαιρετικός δίσκος που ξανάφερε το χαμόγελο στους οπαδούς και μας γύρισε πίσω στις λαμπρές μέρες δόξας της παρέας του Schaffer. Όμως παράλληλα δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες σχετικά με τον διάδοχό του. Ο διάδοχος λοιπόν ήρθε με τη μορφή του “Plagues of Babylon”, το οποίο όμως μετά από τις πρώτες του ακροάσεις, προσωπικά με άφησε κάπως απογοητευμένο αφού η πρώτη μου εντύπωση φανερώνει μια μπάντα σχετικά κουρασμένη που αρκετές φορές καταφεύγει σε αναμάσημα παλιών ιδεών αντί να στρωθεί και να βγάλει κάτι πιο φρέσκο. Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή. Η σύνθεση της μπάντας άλλαξε σε σχέση με το “Dystopia” (σιγά το νέο) όπου στην τριάδα Schaffer/Block/Seele προστέθηκαν οι Luke Appleton και Raphael Saini σε μπάσο και ντραμς αντίστοιχα (ο τελευταίος αποχώρησε με το πέρα των ηχογραφήσεων δίνοντας τη θέση του στον εξαιρετικό Jon Dette (Slayer, Testament, Exodus etc)). Επίσης στο άλμπουμ εμφανίζεται μια στρατιά εκλεκτών καλεσμένων όπως οι Michael Poulsen (Volbeat), Russell Allen (Symphony-X, Adrenaline Mob etc), Hansi Kürsch (Blind Guardian) οι οποίοι βάζουν της πινελιές τους στα φωνητικά του δίσκου. Η μπάντα θέλησε να δώσει έναν πιο Ευρωπαϊκό αέρα ηχογραφώντας στα Principal Studios στην Γερμανία. Ο δίσκος ανοίγει κάπως ανορθόδοξα (με την καλή έννοια) με το 8λεπτο ομώνυμο, μια επική αργόσυρτη σύνθεση, αρκετά συμπαθητικό αν και λίγο πιο μεγάλο απ’ ότι έπρεπε. Συνέχεια με “Democide”, όπου η μπάντα φανερώνει τα δόντια της αφού το κομμάτι είναι αρκετά επιθετικό (το μοναδικό γρήγορο κομμάτι του δίσκου), με το δεξί χέρι του Schaffer να εξαπολύει κεραυνούς και τον Block να δίνει ρέστα. Εδώ όμως φανερώνεται μια ηχητική αδυναμία του δίσκου καθώς ο ήχος στις μπότες στα γρήγορα κομμάτια βγαίνει υπερβολικά μπροστά με το αποτέλεσμα να είναι απίστευτα ενοχλητικό Το “The Culling” που ακολουθεί είναι ένα αρκετά αδιάφορο mid-tempo κομμάτι (filler alert!!!) που περνάει χωρίς να σου μένει τίποτα. Τη σκυτάλη παίρνει το “Among the Living Dead”, ένα απ’ τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ, στο οποίο ακούμε τον Hansi Kürsch να κάνει και κάποια πρώτα φωνητικά εκτός από δεύτερα και το οποίο ίσως θα μπορούσε να βρίσκεται στο “Burnt Offerings” (με διαφορετικό ήχο φυσικά). Στο πρόσωπο του “Resistance” βρίσκουμε το επόμενο filler το οποίο δεν το σώζει ούτε το γρήγορο σημείο λίγο πριν τη μέση ούτε το παρμένο από το “Rime of the Ancient Mariner” ακουστικό/ατμοσφαιρικό σημείο. Έκτο κομμάτι το “The End”, το οποίο επίσης δεν πείθει αφού πρόκειται για ένα κολάζ ιδεών και μελωδιών από διάφορα άλλα κομμάτια του συγκροτήματος αν και υπάρχουν κάποια πολύ ωραία φωνητικά από τον Block. “If I could See You” και μόλις φτάσαμε στην πρώτη μπαλάντα, στην κλασσική συνταγή που ακολουθούν από το 1996 και το “I Died for You”. Είναι τόσο ίδια με τις άλλες που στην αρχή μου φάνηκε πως τραγουδάει ο Barlow. Στο άκουσμα του “Cthulhu” θα έχετε βρει το καλύτερο κομμάτι του δίσκου. Πρωτ’ απ’ όλα έχει τα καλύτερα φωνητικά του δίσκου. Η σύνθεση γενικά αρκετά πορωτική, έχει ποικιλία και εναλλαγές θεμάτων και συναισθημάτων και ανεβάζει αρκετά τον μέσο όρο του δίσκου. Το “Peacemaker” με δίχασε, αφού ξεκινάει πολύ νωχελικά και φοβήθηκα ότι έχουμε κι άλλη μπαλάντα αλλά στη συνέχεια η μπάντα ανέβηκε στα άλογα και ξεκίνησε να καλπάζει, σώζοντας κάπως την παρτίδα. Στη λίστα των fillers μπαίνει και το άχρωμο-άοσμο-άγευστο “Parasite” ενώ το κλείσιμο έρχεται με μια άλλη νωθρή και νωχελική μπαλάντα (θα πάρουν φωτιά οι αναπτήρες στα live) με τίτλο “Spirit of the Times”. Έξτρα δωράκι η εξαιρετική διασκευή στο “Highwayman” του Jimmy Webb, το οποίο ερμήνευσαν πρώτοι οι τιτάνες Willie Nelson, Johnny Cash, Waylon Jennings και Kris Kristofferson, τους ρόλους των οποίων αναλαμβάνουν με την σειρά τους οι Jon Schaffer, Russell Allen, Stu Block, και Michael Poulsen. Δεν ξέρω κατά πόσο το πέρασμα του χρόνου και οι παραπάνω ακροάσεις θα αναδείξουν το περιεχόμενο του δίσκου, αλλά δεν το βρίσκω πιθανό. Το “Dystopia” φαίνεται ότι ήταν μια αναλαμπή, αφού το “Plagues of Babylon” δεν το πλησιάζει ούτε στο ελάχιστο. Και είναι κρίμα, γιατί έτσι πηγαίνει χαμένο ένα λαρύγγι σαν του Stu Block που έχει τόσες πολλές δυνατότητες. Ναι, ο Schaffer είναι δημιουργός της μπάντας και χρειάζεται δύναμη γερό στομάχι για να κρατηθείς όρθιος στη μουσική βιομηχανία τα οποία τα διαθέτει με το παραπάνω. Αν συνεχίσει όμως να είναι ξεροκέφαλος και συγκεντρωτικός, να μην έχει μαζί του άτομα ικανά να συνεισφέρουν στις συνθέσεις (όπως ήταν ο Randall Shawver) και να κάνει ο ίδιος την παραγωγή αντί να βρει έναν βαρβάτο παραγωγό όπως παλιά, ο κατήφορος θα γίνει ακόμα πιο απότομος και το μέλλον σκοτεινό.

6/10

Νίκος Κεφαλίδης

[email protected]

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.