whale-468×60 - 468|60|whale-468×60|||bothvinylmonster468x60 - 468|60|vinylmonster468x60||http://www.vinylmonster.gr/|bothsymmetric records - 468|90|symmetric records||https://www.facebook.com/symmetricrecords/|bothRODSTUDIOS-468×60-BANNER - 468|60|RODSTUDIOS-468×60-BANNER|||bothnano designs 468×60 - 468|60|nano designs 468×60||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothamadeus banner greekrebels 2 - 468|60|amadeus banner greekrebels 2|||bothGreek Rebels Advert Feb 2018_468x60 - 468|60|Greek Rebels Advert Feb 2018_468x60||www.facebook.c|both
20000
60
Moonspell – Hermitage (Napalm)
80%Overall Score
haursen2 - 728|90|haursen2||https://www.facebook.com/HaursensGuitarWorkshop/|bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothnano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothamadeus banner greekrebels 1 - 728|90|amadeus banner greekrebels 1|||bothRussian Circles 2021 728×90 - 728|90|Russian Circles 2021 728×90|||both
20000
110

Αν είστε φίλοι του κινηματογράφου, ο τίτλος “Hermitage” πιθανότατα θα σας έφερε στο μυαλό το ομώνυμο μουσείο στη Ρωσία και τη μαγευτική ξενάγηση σε αυτό, μέσα από το μονόπλανο του Aleksandr Sokurov, στο “Russian Ark”. “Hermitage” όμως είναι και το καταφύγιο του ερημίτη και ρίχνοντας μια ματιά στο εξώφυλλο του δίσκου, είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι εκεί αναφέρονται οι Moonspell. Αυτό το “Hermitage” δεν είναι παρά ένα σκοτεινό, μοναχικό ταξίδι, που επιδιώκει να μας πάρει μακριά από τις συμβάσεις της σύγχρονης κοινωνίας.

Πλησιάζοντας τα τριάντα χρόνια πορείας λοιπόν, οι Moonspell επιστρέφουν με τη δέκατη τρίτη δουλειά τους. Μπορεί η λέξη που τη χαρακτηρίζει να είναι η «ωριμότητα»; Ο Fernando Ribeiro είχε δηλώσει πρόσφατα ότι αισθάνονται πως πλησιάζουν στο τέλος της καριέρας τους και ότι δεν ισχύει πως είναι πια «νέοι στη ψυχή». Το “Hermitage” αντικατοπτρίζει το πώς αισθάνεται πραγματικά η μπάντα αυτό τον καιρό. Εδώ ανέβασαν τον πήχη ψηλά και δε φοβήθηκαν να βγουν από τα νερά τους και να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό, χωρίς βέβαια να χάσουν την ταυτότητά τους.

Ο δίσκος αποτελείται από δέκα κομμάτια (συν δύο bonus, σε κάποιες εκδόσεις) και αν έχει τύχει να ακούσετε τα singles που παρουσίασαν πριν την κυκλοφορία του, το υπόλοιπο περιεχόμενο πιθανότατα δε θα σας εκπλήξει. Δεν τo λέω όμως με κακή έννοια. Τα “The Greater Good”, “Common Prayers” και “All Or Nothing” είναι τα τρία πρώτα τραγούδια του “Hermitage” και φυσικά είναι από μόνα τους ικανά να σε βάλουν στο κλίμα. Το album συνεχίζεται στο ίδιο ύφος και κυλάει ομαλά ως το τέλος, αφού το ένα κομμάτι προετοιμάζει το έδαφος για το επόμενο, δημιουργώντας μία εξαιρετική συνοχή.

Λόγω κάποιων πιο επιθετικών σημείων, το “Hermitage” μου θύμισε λίγο τις πρώτες δουλειές των Moonspell, πίσω στη δεκαετία του ’90. Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν στιγμές άκρως ατμοσφαιρικές, όπου μου έφερε έντονα στο μυαλό τους Pink Floyd. Ίσως ακούγεται περίεργος ο συνδυασμός. Σίγουρα διαφέρει από όσα μας είχαν παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια. Όμως νομίζω ότι το αποτέλεσμα τους δικαίωσε. Υπέροχα δομημένες συνθέσεις, με riffs που μένουν εύκολα στο μυαλό, πλήκτρα με πιο πειραματικό χαρακτήρα και το νέο drummer της μπάντας Hugo Ribeiro (απλή συνωνυμία με τον Fernando), να έχει δέσει απόλυτα με το σύνολο. Επικρατεί μία βαθιά μελαγχολία, γνώριμη στο ύφος τους. Τα φωνητικά ντύνουν όμορφα τη μουσική, άλλοτε ζεστά και ήρεμα, άλλοτε επιθετικά και γεμάτα οργή. Συχνά σου δίνουν την αίσθηση της ηρεμίας πριν την καταιγίδα, η οποία όμως είναι τόσο αναγκαία. Έρχεται και ξεσπά σαν κάθαρση, όπως στο “The Greater Good”.

Ιδιαίτερη αναφορά νομίζω πως αξίζει το επτάλεπτο “All Or Nothing”, μία χαρακτηριστική στιγμή του album. Ο χρόνος κυλά τόσο αβίαστα σε αυτό το μελαγχολικό κομμάτι, που μιλάει στη ψυχή σου. Όλα ή τίποτα. Τώρα ή ποτέ. Γιατί κακά τα ψέματα, στις πιο σκοτεινές, στις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής, τότε είναι που βρίσκεις μία ανεξήγητη δύναμη να σταθείς στα πόδια σου, να δώσεις την τελική μάχη. Γιατί πολύ απλά δεν έχεις άλλη επιλογή. Και κάπου εκεί λοιπόν έρχεται και το ομότιτλο κομμάτι, “Hermitage”, ακριβώς για να σου μεταφέρει αυτό το αναγκαίο ξέσπασμα δύναμης, ίσως και θυμού.

Λίγο πιο κάτω θα βρούμε άλλη μία πολύ όμορφη στιγμή, το “The Hermit Saints”. Μαζί με το “Hermitage”, αποτελούν τα πιο βαριά κομμάτια του δίσκου, όπου μπορεί να εντοπίσει κανείς ακόμα και επιρροές από τα τελευταία χρόνια των Bathory. Πολύ ιδιαίτερο και το δεύτερο επτάλεπτο τραγούδι του δίσκου, “Without Rule”, σχεδόν ψυχεδελικό, σαν μία διαστρεβλωμένη ματιά στο “Brain Damage” των Pink Floyd. Στον αντίποδα, πιο αδύναμες στιγμές του “Hermitage”, θα έλεγα πως είναι μάλλον τα δύο instrumental κομμάτια. Το “Solitarian” και το “City Quitter”, που κλείνει και το δίσκο. Δεν είναι άσχημα, απλά κάπως ουδέτερα συγκριτικά με τα υπόλοιπα. Ίσως αν η διάρκειά τους ήταν πιο μικρή, να λειτουργούσαν καλύτερα μέσα στο σύνολο.

Κλείνοντας, μπορώ να πω ότι το “Hermitage”, αν μη τι άλλο, είναι ένα album που ακούγεται εύκολα και ευχάριστα σε μία πρώτη προσέγγιση. Όσες πιο πολλές φορές το ακούσεις όμως, τόσο πιο βαθιά μπαίνεις στον κόσμο του. Και τελικά ναι, μπορούμε να πούμε ότι το χαρακτηρίζει η ωριμότητα. Συνθετικά τους τιμά το γεγονός ότι επέλεξαν να κάνουν κάτι διαφορετικό, που οδήγησε σε ένα όμορφο και άκρως ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Στιχουργικά είναι μία μάλλον αναγκαία αφύπνιση, ότι κατά βάθος είμαστε όλοι μόνοι και πως δεν αποτελούμε το κέντρο του κόσμου. «Το “Hermitage” είναι μια ανοιχτή πρόσκληση για απλότητα. Να είσαι ταπεινός. Να είσαι ευγνώμων…», είχε πει μεταξύ άλλων ο Fernando Ribeiro. Αξίζει να το προσεγγίσετε με ανοιχτό μυαλό και να το αφήσετε να σας ταξιδέψει νοερά στο δικό σας ερημητήριο.

8/10
Βίκυ Αθανασοπούλου
[email protected]

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.

X