Greek Rebels Advert Feb 2018_728x90 - 728|90|Greek Rebels Advert Feb 2018_728x90||https://www.facebook.com/GreekRebels/|bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||bothBob-Katsionis_728x90 - 728|90|Bob-Katsionis_728x90|||bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothsear bliss 728×90 - 728|90|sear bliss 728×90|||bothChania Rock Festival 2019_728x90 - 728|90|Chania Rock Festival 2019_728x90|||both
20000
110

Σε όσους έχουν ασχοληθεί με τον ακραίο ήχο (ακόμα και με το metal γενικά) το όνομα των Cannibal Corpse τους είναι κάτι παραπάνω από γνώριμο. Και λογικό, καθώς μιλάμε για μια από τις μεγαλύτερες μπάντες στο χώρο του ακραίου ήχου και μια από τις πιο πολυσυζητημένες γενικά (λόγω στιχουργικού περιεχομένου που οδήγησε συγκεκριμένες κυκλοφορίες στο να μην πωλούνται καν σε κάποιες χώρες), η οποία δεν έκανε ποτέ υποχωρήσεις όσον αφορά την ακρότητα ή τη στιχουργική βία. Με αφορμή την επίσκεψη τους σε λίγες μέρες στη χώρα μας με Doctor Living Dead και Ancient, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια αναδρομή στην αιματοβαμμένη πορεία των Φλοριδιανών.

Τα πρώτα χρόνια: Το ξεκίνημα, οι λογοκρισίες, το σοκ του κοινού και των media από την πρωτοφανή βία σε κάθε επίπεδο αλλά και η καταξίωση

 Η πορεία των Cannibal Corpse ξεκίνησε το σωτήριον έτος 1988 στο Buffalo της Νέας Υόρκης. Μετά τη διάλυση δύο μπαντών (Tirant Sin, Beyond Death) οι Chris Barnes, Bob Rusay, Paul Mazurkiewich των πρώτων και οι Jack Owen και Alex Webster των δεύτερων αποφασίζουν να φτιάξουν ένα σχήμα με το οποίο θα πήγαιναν την ακρότητα των αγαπημένων τους συγκροτημάτων ένα βήμα παραπέρα (πολλά μάλλον, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια) τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Αξίζει να σημειωθεί πως το όνομα ήταν σύλληψη του μπασίστα Alex Webster ο οποίος αργότερα θα δηλώσει ότι είχε στο μυαλό του ένα απέθαντο πτώμα που έτρωγε κόσμο. Μπορεί τώρα να ακούγεται cheesy αλλά εκείνη την εποχή, το σοκ που προκάλεσαν ήταν κάτι παραπάνω από τεράστιο. Το 1989 λοιπόν, η μπάντα κυκλοφορεί το πρώτο της ντέμο με τίτλο απλά “Cannibal Corpse” και θα υπογράψει με τη (σήμερα θρυλική) Metal Blade, μετά από αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία: Ο Chris Barnes δούλευε τότε σε ένα δισκάδικο και ο ιδιοκτήτης του πρότεινε να προωθήσει το ντέμο των Cannibal στο αφεντικό της Metal Blade, Brian Slagel με τον οποίο είχαν επαφές. Ο Slagel λοιπόν υπέγραψε τη μπάντα χωρίς καν να την ακούσει, για δύο λόγους: 1) Του φάνηκαν απίστευτα κουλ οι τίτλοι των τραγουδιών και ιδιαίτερα το A Skull Full Of Maggots και 2) Το Death Metal ήταν σε έξαρση τότε και η Metal Blade δεν είχε υπογράψει καμία μπάντα του είδους, οπότε οι Cannibal θεωρήθηκαν ως η κατάλληλη ευκαιρία για αυτήν και το 1989 τους έστειλε συμβόλαιο συνεργασίας για εφτά άλμπουμ. Στις αρχές του 1990 λοιπόν, η μπάντα ταξίδεψε στην Τάμπα στη Φλόριντα και στα ιστορικά Morrisound Studios για να ηχογραφήσουν το πρώτο τους full-length με παραγωγό φυσικά τον Scott Burns. Μάλιστα, την ίδια περίοδο στο στούντιο ηχογραφούσαν τα άλμπουμ τους οι Incubus και οι Deicide (Beyond The Unknown και Deicide αντίστοιχα-αυτό είναι ρόστερ, αυτές είναι κυκλοφορίες) και στα “Mangled” και “A Skull Full Of Maggots” ακούμε τις φωνές των Francis Howard και Glen Benton ενώ αργότερα, όταν έρθει ο Corpsegrinder έρθει στη μπάντα, το “The Undead Will Feast” θα επανηχογραφηθεί με αυτόν στη φωνή και θα κυκλοφορήσει σαν μπόνους σε μια Ιαπωνική έκδοση του Vile. Το “Eaten Back To Life” θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι του 1990 και θα προκαλέσει σοκ ακόμα και στην εκκολαπτόμενη τότε Death Metal κοινότητα. Κατ’ αρχάς το εξώφυλλο με το ζόμπι να τρώει τα εντόσθιά του, δημιουργία του Vincent Locke, τον οποίο ανακάλυψε η μπάντα από τη δουλειά του στο κόμικ “Dead World” σε συνδυασμό με το αιματοβαμμένο λογότυπο-δημιουργία του Barnes και την αφιερωσούλα στον πρώτο Αμερικανό κανίβαλο ονόματι Alferd Packer ήταν αυτό ακριβώς που χρειάζονταν η μπάντα. Μουσικά, ο δίσκος στην ουσία θέτει τις βάσεις για αυτό που θα ακούσουμε στη συνέχεια από τους Κανίβαλους, δεν έχει αποβάλλει ακόμα τις thrash επιρροές του (χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι ο δίσκος είναι death/thrash, καθαρό Death Metal είναι απλά με λίγες παραπάνω thrash επιρροές). Όλη η μπάντα παίζει σε φρενήρη επίπεδα, τόσο μουσικά όσο και τεχνικά (γενικά είναι από τις πιο τεχνικές μπάντες της φάσης) ενώ ο Barnes, όσο κι αν αποδείχτηκε ένας τζιβάτος βουτυροχλεχλές τυρολυμπήκουρας στην πορεία, εδώ είναι πραγματικά επιβλητικός με τα χαμηλά φωνητικά του να ακούγονται κτηνώδη, ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα. Το ντεμπούτο θα προκαλέσει σοκ κι όχι άδικα. Το άλμπουμ λογοκρίθηκε στη Γερμανία και σε αρκετές άλλες χώρες λόγω στιχουργικού περιεχομένου, εν τέλει όμως, όλο αυτό λειτούργησε θετικά για τους Κανίβαλους, των οποίων η φήμη ολοένα και μεγάλωνε. Το αστείο είναι ότι κανένας δεν είχε δει ακόμα πόσο ακραίοι μπορούσαν να γίνουν.

Φτάνουμε λοιπόν στο ΑΓΙΟ 1991, τη χρονιά που πετούσες πέτρα και πετύχαινες Death Metal αριστούργημα. Και εννοείται φυσικά πως οι Cannibal δε γινόταν να λείπουν από τη μεγαλύτερη χρονιά στην ιστορία του είδους. Μετά λοιπόν από το θόρυβο και το σοκ που προκάλεσε το ντεμπούτο, το συγκρότημα ήξερε ότι έπρεπε να το εκμεταλλευτεί αυτό με ποιον τρόπο; Μα φυσικά ξεπερνώντας ακόμα περισσότερο τα όρια σε κάθε επίπεδο, τα οποία ήταν έτσι κι αλλιώς ήδη στο κόκκινο μετά το “Eaten Back To Life”. Και αυτό έκαναν όταν κυκλοφόρησαν το δεύτερο τους full-length ονόματι “Butchered At Birth” με το οποίο έγινε ο κακός χαμός σε κάθε επίπεδο. Ο δίσκος απαγορεύτηκε στη Γερμανία λόγω βίαιου artwork και μουσικού περιεχομένου, ενώ υπήρχαν και παράπονα από πλευράς της επαρχιακής αστυνομίας του Οντάριο στον Καναδά, για τους λόγους που φαντάζεστε, χωρίς ωστόσο να απαγορεύσουν την κυκλοφορία του, αλλά απαγόρευσαν την πώλησή του σε άτομα κάτω των 20 ετών. Επίσης, όταν η μπάντα αντιμετώπιζε προβλήματα το 2006 με την περιοδεία της στην Αυστραλία για τους γνωστούς λόγους, ο Αυστραλός κωμικός Andrew Hansen έπαιξε μια radio friendly εκδοχή του “Rancid Amputation” εξηγώντας στο κοινό ότι είναι η μουσική το θέμα και όχι οι στίχοι (ούτε η μουσική είναι αλλά τέλος πάντων). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι πρώτες κόπιες του άλμπουμ ήταν τυλιγμένες σε χαρτί που χρησιμοποιούν οι χασάπηδες και με σφραγισμένο το logo της μπάντας απάνω. Γιατί αυτούς τους Κανίβαλους αγαπήσαμε. Στα της μουσικής τώρα, τα πάντα ωθούνται παραπέρα, με το συγκρότημα πλέον να παίζει τα κέρατά του, τον Barnes (στον οποίο κακά τα ψέματα, μπορεί τώρα να είναι για μπουκέτα, αλλά του πιστώνεται ένα μεγάλο μέρος της επιτυχίας του συγκροτήματος, καθώς βάρυνε τη φωνή του και ώθησε και τους άλλους να παίξουν ακόμα πιο ακραία) να έχει ρίξει τα φωνητικά του σε μη-ανθρωπίνως χαμηλά επίπεδα και την παραγωγή να είναι αισθητά πιο «λασπώδης». Με λίγα λόγια, το “Butchered At Birth” έδωσε στο συγκρότημα ακόμα περισσότερη ώθηση στο να γίνει όπως το ξέρουμε σήμερα. Η καταξίωση δε θα αργήσει να έρθει.

Για την ακρίβεια, θα έρθει ένα χρόνο αργότερα, με την κυκλοφορία του κλασσικότατου “Tomb Of The Mutilated”, το οποίο θα είναι και το τελευταίο που θα κυκλοφορήσει με το κλασσικό line-up καθώς ο κιθαρίστας Bob Rusay απολύθηκε μετά την κυκλοφορία του δίσκου. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στην ουσία η ιστορία επαναλαμβάνεται. Οι Κανίβαλοι γελάνε με τις μούρες των απανταχού οπαδών και κριτικών που νόμιζαν πως η ακρότητα της μπάντας είχε φτάσει ταβάνι και στις 22/9/1992 κυκλοφορούν αυτό το τερατούργημα. Άνετα το πιο ακραίο τους άλμπουμ μέχρι σήμερα και χαλαρά ένα από τα πιο ακραία στη μουσική ιστορία γενικώς. Μιλάμε για ένα δίσκο που πραγματικά υμνεί την αρρωστημένη βία σε κάθε δευτερόλεπτο. Από το ακατάλληλο από κάθε άποψη εξώφυλλο (ντάξει σήμερα φαίνεται αστείο, έχουν βοηθήσει και τα αμέτρητα memes βέβαια προς αυτήν την κατεύθυνση), τους στίχους του Barnes και τους τίτλους των τραγουδιών που ξεπερνάνε κάθε όριο (“Post Mortal Ejaculation”, “Entrails Ripped From A Virgins Cunt”, “Necropedophile” μερικοί ενδεικτικοί) και φυσικά τη μουσική, η οποία έχει γίνει ακόμα πιο τεχνική, ακόμα πιο βίαιη, η παραγωγή ακόμα πιο λασπώδης και τα φωνητικά του Barnes τα οποία κάνουν αυτά των προηγούμενων δίσκων να ακούγονται σαν τον… Rob Halford. Επίσης, το “Hammer Smashed Face”, το πρώτο κομμάτι του δίσκου και το κλασσικότερο των Cannibal, είναι ταυτόχρονα και αυτό που τους έσωσε την καριέρα, σύμφωνα με τον ντράμερ του σχήματος, Paul Mazurkiewicz. Συγκεκριμένα, ο ντράμερ αναφέρει ότι υπήρχαν αρκετές εντάσεις από την πλευρά της υπόλοιπης μπάντας προς αυτόν και τον μπασίστα Alex Webster. Όταν τελείωσε η περιοδεία για το “Butchered At Birth”, ήταν και οι δύο τόσο παρμένοι με την όλη κατάσταση που είχαν αποφασίσει να φύγουν και να στήσουν το δικό τους σχήμα. Αλλά, η σύνθεση του “Hammer Smashed Face” μία εβδομάδα μετά από αυτή τη δήλωση, ήταν αυτή που τους κράτησε στη μπάντα. Το κομμάτι προέκυψε κυριολεκτικά μέσα από το θυμό αυτών των δύο, χάρη στον οποίο έγραψαν την κλασσική του εισαγωγή, με τον ντράμερ ωστόσο να δίνει τα εύσημα στον μπασίστα Alex Webster για τη σύνθεση, λόγω της ιδέας του να χρησιμοποιήσει το μπάσο σαν πρώτο όργανο, όπως έκανε ο Steve Harris. Το αποτέλεσμα, ήταν το κομμάτι να αποκτήσει θρυλικό στάτους ειδικά μετά από τη σκηνή που οι Cannibal παίζουν live το “Hammer Smashed Face” στο Ace Ventura: Pet Detective (με τον Barnes να μην προφέρει λέξη στο μικρόφωνο, λόγω της επιθετικής φύσης των στίχων και απλά να γρυλίζει-ντάξει σιγά το δύσκολο για αυτόν. Έτσι κι αλλιώς και να τραγουδούσε σιγά μην καταλαβαίναμε τι έλεγε), η οποία για να γίνει εφικτή, οι παραγωγοί της ταινίας άλλαξαν την ημερομηνία που θα την γύριζαν γιατί το συγκρότημα είχε κλείσει Ευρωπαϊκή περιοδεία. Τόσο τους θέλανε και όχι άδικα. Είναι γεγονός ότι το συγκρότημα ποτέ άλλοτε δεν ξανακούστηκε τόσο βίαιο, τόσο βρώμικο και τόσο άρρωστο. Τώρα τους έμενε μόνο να εκτοξευτούν στη στρατόσφαιρα. Όχι ότι με το “Tomb Of The Mutilated” δεν το κάνανε αυτό, απλά κανείς δε μπορούσε να φανταστεί το αριστούργημα που ήταν προ των πυλών.

Αφού βρίσκουν πανάξιο αντικαταστάτη στον μέχρι σήμερα κιθαρίστα τους, Rob Barett (με προϋπηρεσία σε Malevolent Creation, Hateplow, Solstice μεταξύ άλλων-ντάξει πώς να μη σπέρνει ο άνθρωπος με τέτοιο βιογραφικό) θα κυκλοφορήσουν το 1994 το “The Bleeding”. Πρόκειται για το μέχρι σήμερα πιο επιτυχημένο τους άλμπουμ από πλευράς πωλήσεων (πάνω από 98.000 στην Αμερική παρακαλώ) και μακράν το αγαπημένο μου της Barnes εποχής. Η μπάντα ήξερε ότι δε γινόταν να βγάλουν άλλο δίσκο σαν το “Tomb Of The Mutilated”, από πάρα πολλές απόψεις (κυρίως γιατί είχαν τερματίσει τη σαπίλα πλέον) και έτσι ενέργησαν έξυπνα. Έριξαν τις ταχύτητες (πρόταση του Barnes, ο οποίος είχε αρχίσει να αγαπάει το groove, λόγω των Six Feet Under που είχε δημιουργήσει πρόσφατα σαν side-project), η τεχνική αυξήθηκε επίσης αισθητά και η παραγωγή καθάρισε  (μεταξύ μας, ποιος δε θέλει να ακούει καθαρά τις κάλτσες που παίζουν σε κάθε δίσκο;). Το αποτέλεσμα, ο «πειραματισμός» αν θέλετε, θα είναι αυτός που θα δικαιώσει το συγκρότημα. Με αυτό το δίσκο έγιναν πραγματικά θεόρατοι, σε σημείο που αν διαλύονταν ακόμα και τότε, σήμερα θα ήταν κλασσικοί ακόμα κι έτσι. Το “Staring Through The Eyes Of The Dead” θα γυριστεί βίντεο και θα προβληθεί ακόμα και στη σειρά “Beavis And Butthead”. Η μπάντα έχει γίνει πλέον mainstream δύναμη, κάτι πρωτόγνωρο αν σκεφτούμε το είδος που παίζουν. Και κάπως έτσι η πρώτη (και για πολλούς καλύτερη) περίοδος του συγκροτήματος φτάνει στο τέλος της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Λίγο αργότερα, ο (χλέμπουρας) Chris Barnes θα αποχωρήσει από τη μπάντα λόγω του ότι δεν μπορούσε να αποδώσει καλά στις συναυλίες (κατ’ επέκταση και λόγω μουσικών διαφορών, μιας και προτιμούσε τους πιο groove ρυθμούς) και θα αφοσιωθεί στους (ακόμα πιο χλέμπουρες) Six Feet Under.

Τα μετά-Barnes χρόνια, οι δισκάρες συνεχίζονται παρά τις διχόνοιες μεταξύ των οπαδών 

Η μπάντα ήξερε ότι με την απώλεια του Barnes (ο οποίος πήρε μαζί του και το παλιό logo της μπάντας) είχαν χάσει ένα σημαντικό λαρύγγι που όμως έπρεπε να αντικατασταθεί επάξια. Και αυτό ακριβώς έγινε με τη μεταγραφή του GeorgeCorpsegrinderFischer (ο οποίος «σήκωσε» το παρατσούκλι του από ένα ντέμο κάποιων Death, έτσι για να τα λέμε όλα) των υποτιμημένων ΘΕΩΝ Monstrosity (όσοι δεν έχετε ακούσει το Imperial Doom, σταματήστε να διαβάζετε ΤΩΡΑ και πηγαίνετε να ακούσετε αυτό το υποτιμημένο έπος) και κάπως έτσι, το πέμπτο άλμπουμ της μπάντας με τίτλο Vile είδε το φως του ήλιου στις 20/5/1996. Πολλοί οπαδοί το παρεξήγησαν, καθαρά και μόνο λόγω της αλλαγής στη φωνή, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο δίσκος ανέβασε ακόμα περισσότερο τη δημοτικότητά τους, αφού ήταν ο πρώτος Death Metal δίσκος που μπήκε στο top 200 των Billboard charts και συγκεκριμένα στη θέση 151. Μουσικά τώρα, το παικτικό επίπεδο έχει ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ξεφύγει, μιλάμε για πολλά σκαλιά πιο πάνω από το “The Bleeding”, (αυτό οφείλεται εν μέρει και στην οργιώδη φύση των φωνητικών του Fischer ο οποίος ήταν και είναι σε θέση να τραγουδήσει στο φρενήρη ρυθμό που παίζουν οι άλλοι) η παραγωγή στο ίδιο κλασσικό ύφος (τελευταία του Scott Burns για τη μπάντα) και ένας Fischer να ξερνάει θυμό σε κάθε του συλλαβή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δίσκος είχε ολοκληρωθεί συνθετικά πριν τη φυγή του Barnes, με τον οποίο ηχογράφησαν φωνητικά για σχεδόν όλα τα κομμάτια του δίσκου που τότε ήταν να ονομαστεί “Created To Kill”. Ειρωνικά, σε αυτήν την προηχογράφηση, ο Barnes κάνει τα φωνητικά της ζωής του. Αν δε με πιστεύετε, απλά ακούστε. Αν ο δίσκος κυκλοφορούσε έτσι, τα πράγματα μπορεί να ήταν πολύ πιο διαφορετικά τώρα. Εν τέλει όμως, η ιστορία έτσι έγραψε και ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Το Vile μπορεί εν μέρει να δίχασε, στο τέλος όμως αγκαλιάστηκε από τη μεγαλύτερη μερίδα των οπαδών και έβγαλε τη μπάντα νικητές στο ρίσκο που πήραν με τη στρατολόγηση του Corpsegrinder. Το 1997 θα τους απολαύσουμε να διαλύουν τα πάντα επί της οθόνης στο “Monolith Of Death”, όπου βλέπουμε ένα σόου που έδωσαν για την προώθηση του Vile δείχνοντας ότι δεν παίζουν τις κάλτσες τους μόνο στο στούντιο αλλά και στο σανίδι. Μετά λοιπόν από το επιτυχημένο ντεμπούτο του νέου τραγουδιστή, έπρεπε και η συνέχεια να είναι ανάλογη. Και ήταν. Ο Rob Barett αποχωρεί και στη θέση του έρχεται ο κιθαρίστας των Nevermore, Pat OBrien. Το “Gallery Of Suicide” κυκλοφορεί στις 21/4/1998 με τον Jim Morris στην παραγωγή. Το τεχνικό επίπεδο ανεβαίνει σταθερά (προφανώς και λόγω OBrien, παίζει τα άπαιχτα ο άνθρωπος) ενώ ακούμε και ελάχιστη «μελωδία» σε σημεία και αυξάνεται κάπως το groove στοιχείο, αλλά προφανώς κανένας λόγος για μουσικό συμβιβασμό. Προσωπικά, έχω το “Gallery Of Suicide” αρκετά ψηλά στη δισκογραφία των Κανίβαλων, όχι μόνο γιατί ήταν ο πρώτος τους δίσκος που άκουσα αλλά και λόγω μιας αστείας ιστορίας που διαδραματίστηκε κάποια χρόνια πριν: Ήταν μια από τις μέρες που ο πατέρας μου θα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας για δίσκους και με ρώτησε αν θέλω να μου φέρει τίποτα. Μην έχοντας ούτε ένα δίσκο τους τότε, του ζήτησα να μου φέρει κάνα άλμπουμ ενός εκ των 10 αγαπημένων μου μπαντών, των Sodom. Με το που άκουσε το όνομα ο άνθρωπος έπαθε πλάκα και μου είπε «Πως θα το ζητήσω εγώ αυτό; Τι ονόματα είναι αυτά» και του λέω εν τέλει να μου πάρει κάτι ακραίο μιας και είχα έλλειψη. Και γύρισε σπίτι με το “Gallery Of Suicide”. Λέγοντας ότι ζήτησε Cannibal Corpse επειδή του φάνηκε πιο σεμνό το όνομα. Όχι ρε πατέρα. “Tomb Of The Mutilated” έπρεπε να πάρεις, κάνει και για κρητικές μαντινάδες. Και για αυτό κυρίες και κύριοι, έχω το Gallery ψηλά στη λίστα μου. Στα της μπάντας τώρα, συμπερασματικά, αυτός ο δίσκος έδειξε στην ουσία ότι οι Cannibal δεν είναι καλοί στο να γράφουν μόνο κτηνωδίες (ντάξει γι’ αυτό τους αγαπήσαμε η αλήθεια είναι) αλλά και ότι μπορούν να γκρουβάρουν παραπάνω και να μεγαλώσουν τη διάρκεια χωρίς να κουράσουν τον ακροατή. Άλλο ένα κερδισμένο στοίχημα, άλλη μια δισκάρα! Και μην αγχώνεστε, γιατί θα βγάλουν αρκετές ακόμα. Στη συνέχεια λοιπόν, το 1999 θα κυκλοφορήσουν το “Bloodthirst”, ένα δίσκο που σα νοοτροπία, το λες και back to the roots, μιας και η διάρκεια πέφτει πάλι στα 35 λεπτά, έπειτα από αρκετό καιρό, το groove σχεδόν εξαφανίζεται και οι υπερηχητικές ταχύτητες υπερισχύουν, μαζί με την έμπνευση και την τεχνική κατάρτιση. Ειδικά δε το εναρκτήριο “Pounded Into Dust” είναι από τα καλύτερα openers σε δίσκο τους, σύλληψη φυσικά του μπασιστάρα Alex Webster, μουσικά και στιχουργικά, ο οποίος έχει συνθέσει και ένα μεγάλο μέρος του δίσκου, ενώ οι Owen/ OBrien κάνουν όργια με το χαρακτηριστικό dual riffing (που είναι γενικά μεγάλο χαρακτηριστικό του συγκροτήματος, από “Bleeding” κι έπειτα). Μιλάμε για έβδομο άλμπουμ, μέσα σε λιγότερο από μια δεκαετία, και ακόμα δεν ξέρουν τι πάει να πει όχι μέτριος δίσκος, αλλά δίσκος κάτω του 8/10. Εκεί που άλλοι βάλτωναν στα μισά, αυτοί θα συνεχίσουν να παίρνουν κεφάλια για σχεδόν μία δεκαετία ακόμα. Το 2000, θα τους απολαύσουμε για δεύτερη φορά να θερίζουν κόσμο ζωντανά στο “Live Cannibalism” τόσο σε CD όσο και σε DVD (στο DVD με δύο λιγότερα κομμάτια). 18 κομμάτια σε 1:05:52 συνολική διάρκεια, αποδεικνύοντας περίτρανα ποιοι είναι. Άνοιγμα με “Staring Through The Eyes Of The Dead”. Θέλετε κι άλλα;

Εδώ λοιπόν θα έχουμε τη μεγαλύτερη αναμονή για δίσκο του συγκροτήματος μέχρι στιγμής, τρία χρόνια μετά το “Bloodthirst” θα κυκλοφορήσει το “Gore Obsessed” με τον Neil Kernon πίσω από την καρέκλα της παραγωγής και φυσικά πρόκειται για άλλο ένα πολύ καλό άλμπουμ στη συλλογή (της αυτοκτονίας-το πιάσατε;) των Κανίβαλων, οι οποίοι δε λένε να βάλουν μυαλό και συνεχίζουν να βαράνε σα να μην υπάρχει αύριο. Η παραγωγή είναι εμφανώς καλύτερη από αυτή του προκατόχου (γενικά μια από τις καλύτερες που έχουν κάνει) ενώ κυριαρχεί πάλι η γνωστή βία σε όλους τους τομείς, με λίγο περισσότερο groove αυτή τη φορά, ίσα-ίσα για να εμπλουτιστούν οι συνθέσεις, ενώ το dual riffing τους είναι εκεί για να κάνει πάλι θαύματα. Ωστόσο, τα μεγαλεία με τον Fischer πίσω από το μικρόφωνο (είχε ήδη βγάλει ένα δεκάρι, το Vile), για μένα τουλάχιστον θα έρθουν στα επόμενα δύο άλμπουμ. Δύο χρόνια λοιπόν μετά, στις 24 Φεβρουαρίου 2004 θα σκάσει σα βόμβα η ΔΙΣΚΑΡΑ “The Wretched Spawn” (έβγαλαν τέτοιο άλμπουμ μετά από 14 χρόνια ξέφρενης πορείας και οχτώ δίσκων έτσι;). Πρόκειται για το πιο τεχνικό τους άλμπουμ μέχρι στιγμής, το τελευταίο με τον Jack Owen και το τέταρτο στη δισκογραφία τους που έχει πάρει τίτλο από τραγούδι που περιλαμβάνεται στο tracklist (“Butchered At Birth”, “The Bleeding”, “Gallery Of Suicide” τα υπόλοιπα) και είναι ταυτόχρονα και το τελευταίο τους μέχρι το 2012 που απεικονίζει βία στο artwork. Τι βία όμως έτσι; Πραγματικά τερμάτισαν κάθε κοντέρ εδώ. Μιλάμε για οργή που ξεπερνάει κάθε προηγούμενο (στο πρώτο δεκάλεπτο έχουμε ακούσει ήδη τέσσερα κομμάτια, ούτε νέφτι να τους είχαν βάλει) ενώ από τεχνική, εάν στα προηγούμενα άλμπουμ έπαιζαν τα άπαιχτα, εδώ παίζουν τα άπαιχτα ακόμα και για αυτούς τους ίδιους (δεν είναι τυχαίο που από το δίσκο δεν παίζουν σχεδόν τίποτα στις συναυλίες τους). Ρίξτε μια ματιά στο playthrough βίντεο που υπάρχει στο Youtube με τη μπάντα να παίζει το τέταρτο κομμάτι του δίσκου, “Frantic Disembowelment” και αν ασχολείστε με έγχορδα, το πιθανότερο είναι να τα στείλετε σε κάνα παλιατζή μετά από αυτό που θα δείτε. Ακόμα και στιχουργικά το πράγμα τερματίζει, συγκεκριμένα, ο Jack Owen αναφέρει πως εμπνεύστηκε τους στίχους για το Decency Defied από τον εφιάλτη μιας φίλης του, που είχε δει τα τατουάζ της να ξεριζώνονται ενώ ήταν ακόμα ζωντανή, τους στίχους για το “Nothing Left To Mutilate” από ένα φίλο του που μελετούσε φερομόνες στο κολλέγιο και του είχε εξηγήσει πως η μυρωδιά μιας γυναίκας μπορούσε να τρελάνει τον άντρα και άλλα τέτοια ωραία ρομαντικά.

Μετά λοιπόν από αυτό το πραγματικά τερματισμένο άλμπουμ από κάθε άποψη, η μπάντα κατάλαβε ότι ήταν η ώρα για κάποιες αλλαγές στο στρατόπεδό της. Ο Jack Owen φεύγει και επιστρέφει ο παλιός γνώριμος Rob Barrett. Ταυτόχρονα με την επιστροφή του παλιόφιλού τους λοιπόν, κατάλαβαν πως ίσως είχε έρθει η ώρα να αφήσουν λίγο πίσω την τεχνική, όσο γινόταν προφανώς και να βγάλουν ένα δίσκο (ακόμα) πιο straight-forward αφήνοντας έστω και για λίγο πίσω τους τη gore αισθητική. Κάπως έτσι, το (για μένα) καλύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος ονόματι απλά “Kill” θα κυκλοφορήσει στις 20/3/2006 και για ακόμα μια φορά θα προσφέρει στους οπαδούς του σχήματος αυτό που ήθελαν να ακούσουν. Με την ειδωλάρα ονόματι Erik Rutan να κάθεται στην κονσόλα της παραγωγής, και να την κάνει για σεμινάριο προφανώς, γιατί Rutan, τη μπάντα να είναι σε ανεξέλεγκτη κατάσταση, με Barrett/ OBrien να εξαπολύουν χείμαρρο ξύλου και έναν Fischer να κάνει τα φωνητικά της ζωής του και με ΑΥΤΟ το rhythm section, τίποτα δε μπορεί να πάει στραβά. Το riffing είναι πιο απλό, αλλά ταυτόχρονα όσο τεχνικό χρειάζεται. Δώδεκα κομμάτια συν ένα instrumental, όλα κάτω από τέσσερα λεπτά. Επίσης ξεκινάει με κραυγή α λα “Imperial Doom”. Να πω κι άλλα; Ο πιο ακραίος τους δίσκος της “Corpsegrinder” εποχής και ο τελευταίος τεράστιος της καριέρας τους ήταν και ο δεύτερός τους που μπήκε στα Charts με τις 200 καλύτερες κυκλοφορίες, στη θέση 170. Κάπως έτσι κλείνει η περίοδος ακμής των Cannibal Corpse η οποία κράτησε 16 ολόκληρα χρόνια και δέκα δίσκους, με το συγκρότημα να έχει πλέον λάβει μυθικά στάτους και καθολική αποδοχή από τον κόσμο, με τις απαγορεύσεις να έχουν λειτουργήσει υπέρ του, καθώς έτσι τους έμαθαν ακόμα περισσότεροι οπαδοί. Ας δούμε όμως τι επιφύλασσε η συνέχεια για τους Φλοριδιανούς.

Η τρίτη δεκαετία ασυμβίβαστου Death Metal, η σχετική δισκογραφική πτώση. Το συγκρότημα σήμερα. 

Μετά από το “Kill”, νομίζω πως όλοι πλέον ήξεραν πως αυτός ο δίσκος θα ήταν και το τελευταίο δεκάρι της μπάντας. Εδώ που τα λέμε, 16 χρόνια, 10 άλμπουμ με τα πιο πολλά από αυτά να είναι κλασσικά, τι άλλο να περιμένεις πια από τους Cannibal; Μεταξύ μας, και να το διέλυαν αμέσως μετά, ή έστω να έμεναν ενεργοί μόνο συναυλιακά, δε νομίζω να πείραζε κανέναν μια και η προσφορά τους στο είδος είναι κάτι παραπάνω από πλήρης. Είναι γεγονός εξάλλου ότι οι περισσότερες μπάντες στο είδος δεν έχουν τόσα άλμπουμ του 8/10 και άνω έτσι; Αλλά φαντάζομαι πως αυτό είναι που ξεχωρίζει τους Cannibal Corpse από τους άλλους. Πρώτα όμως, θα τους απολαύσουμε σε ένα χορταστικό τριπλό DVD με τίτλο “Centuries Of Torment: The First Twenty Years” με το συγκρότημα να αφηγείται την κάθε πτυχή της ιστορίας του μέχρι εκείνη τη στιγμή, από τα πολυάριθμα bans μέχρι το όνομα της μπάντας και την ιδέα πίσω από αυτό ενώ θα δούμε και πόσο κτήνη είναι στο σανίδι για μια ακόμα φορά. Μετά από αυτό λοιπόν ήρθε η ώρα για την ηχογράφηση του διαδόχου του “Kill”. Στις 2/2/2009 θα κυκλοφορήσει το “Evisceration Plague”, ένας δίσκος που αν και δε φτάνει ούτε στο μισό τη δύναμη που έχει το “Kill”, έχει μέσα κομματάρες (“Scalding Hail”, “Priests Of Sodom”) ενώ θα πάει και καλά από πλευράς πωλήσεων, αφού θα μπει στο αμερικάνικο Billboard 200 στην 66η θέση πουλώντας 9600 αντίτυπα σε μια βδομάδα. Μουσικά, ο δίσκος κινείται στα ίδια μονοπάτια, χωρίς ωστόσο να μπορεί να συγκριθεί με το παρελθόν. Είπαμε όμως, η συνέχειά τους για ένα τέτοιου βεληνεκούς σχήμα είναι παραπάνω από τίμια! Δύο χρόνια μετά θα κυκλοφορήσουν το “Global Evisceration” σε CD/DVD που θα τους δούμε να ξεφτιλίζουν κόσμο στο σανίδι για μια ακόμα φορά. Το 2012 θα κυκλοφορήσουν το “Torture”, ακόμα ένα δίσκο βίαιο και απροσάρμοστο, που ενώ ξεκινάει δυνατά, φαντάζει κάπως πιο πεσμένος από τον προηγούμενο (οπωσδήποτε απέχει μίλια από το μέτριο). Γενικά η πορεία τους μέχρι σήμερα στουντιακά είναι αργά αλλά σταθερά καθοδική (σε αντίθεση με το σανίδι που σταθερά σκοτώνουν, όπως αποδεικνύει για μια ακόμα φορά και το “Torturing And Eviscerating Live” του 2013) ενώ τα “Skeletal Domain” του 2014 και “Red Before Black” του 2017 αποτελούν τις μόνες μέτριες στιγμές (ειδικά το τελευταίο) στη δισκογραφία των Κανίβαλων. Αξίζει ωστόσο να ρίξετε μια ματιά στα box sets που κυκλοφόρησαν ενδιάμεσα (λογικά για να καλύψουν κάπως την απώλεια έμπνευσης) Το “Dead Human Collection: 25 Years Of Death Metal” του 2013 περιλαμβάνει όλα τους τα άλμπουμ μέχρι και το “Torture”, το “When Death Replaces Life” του 2017, έχει όλους τους δίσκους μέχρι το “Bloodthirst” και η συνέχειά του, το “The Undead Will Feast” του 2019, όλα τα υπόλοιπα μέχρι σήμερα. Μην ξεγελιέστε πάντως από τη (σχετική) δισκογραφική πτώση του συγκροτήματος. Οι περισσότεροι οπαδοί του Death Metal ξέρουν πως οι πιο πολλές μπάντες στο είδος «έληξαν» μετά από 2-3 άλμπουμ, ενώ οι Φλοριδιανοί πήγαιναν τρένο για 16 χρόνια και 10 δίσκους. Και επίσης, είναι γεγονός πως στο σανίδι θερίζουν, μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια υπερ-ακραίας και τεχνικότατης μουσικής. Όσοι δε με πιστεύετε, τα λέμε την Κυριακή στις 16 του μήνα στο Piraeus 117 Academy.

Επειδή όμως, το τελευταίο διάστημα έχουν παιχτεί αρκετά γεγονότα τα οποία με κάνουν να νιώθω λες και ζω στο 1991 (να είχαμε και τις κυκλοφορίες του 91 πάντως καλά θα τανε) και όχι στο 2019, και επειδή οι Cannibal Corpse μόνο ξένοι δεν είναι στο θέμα της λογοκρισίας (γενικά της φίμωσης από άτομα που δεν καταλαβαίνει το μυαλό τους την αισθητική του ακραίου ήχου), κλείνω το αφιέρωμα με μια απάντηση που έδωσε ο George Fischer όταν σε συνέντευξη τον ρώτησαν για το στιχουργικό περιεχόμενο της μπάντας. Μια απάντηση που θεωρώ ότι είναι ταιριαστή γενικά για την τέχνη με “explicit” περιεχόμενο. Διαβάστε, και την επόμενη φορά που θα προσπαθήσετε να φιμώσετε μία μπάντα γιατί δεν κατανοείτε τι εστί ακραίος ήχος, σκεφτείτε λίγο και αναλύστε στο μυαλό σας αυτά τα λόγια:

«Δεν τραγουδάμε για πολιτική, ούτε για θρησκεία. Όλα μας τα κομμάτια είναι μικρές ιστορίες που, αν κάποιος το επέλεγε θα μπορούσε να τα συνδυάσει ώστε να βγάλουν μια ταινία τρόμου. Αλήθεια, αυτό είναι όλο. Μας αρέσουν οι βίαιες, τρομακτικές ταινίες και θέλουμε τους στίχους μας να είναι κάπως έτσι. Ναι μιλάνε για θανάτους ανθρώπων, αλλά δεν προωθούν κάτι τέτοιο. Βασικά είναι απλώς φανταστικές ιστορίες και αυτό είναι όλο. Είναι τουλάχιστον γελοίο να εκνευρίζεσαι με κάτι τέτοιο» George “Corpsegrinder” Fischer.

Αφιέρωμα: Θοδωρής Κατσικονούρης

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.