Συνεντεύξεις

Philosophobia

Το “The Constant Void” των Philosophobia ήταν μάλλον η prog metal έκπληξη του καλοκαιριού, ένας δίσκος που σε κάνει να βυθίζεσαι σε κάθε του λεπτό. Με αφορμή την κυκλοφορία του, βρεθήκαμε σε μια μεγάλη κουβέντα με τον Andreas Ballnus (σ.σ.: με τον οποίο μοιραζόμαστε κι έναν bandmate, όπως θα δείτε και στον διάλογο) και μιλήσαμε για όλα: από το πώς γεννήθηκε το Forgotten concept και τη φιλοσοφία πίσω από τους στίχους, μέχρι τα πλάνα για περιοδείες, το ιδιαίτερο artwork, αλλά και το πού κινείται σήμερα η prog σκηνή. Εδώ λοιπόν θα διαβάσετε το ζουμί αυτής της κουβέντας, με τον Andreas να μιλάει ανοιχτά για τη μουσική, τις ιδέες και το μέλλον των Philosophobia.

Λοιπόν, πρώτα απ’ όλα, συγχαρητήρια για το “The Constant Void”. Το βρήκα εξαιρετικό. Απόλαυσα πραγματικά την ακρόασή του.

Ευχαριστώ πάρα πολύ!

Και νομίζω ότι η μπάντα έχει κάνει τεράστια βήματα μπροστά σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ. Τι συνέβη λοιπόν ανάμεσα στα δύο άλμπουμ; Πώς κύλησε η διαδικασία;

Α: Λοιπόν, το μυστικό ίσως είναι ότι το ντεμπούτο… τα περισσότερα κομμάτια του τα είχα γράψει ήδη από το 2007. Υπήρχαν περίπου δεκαοχτώ χρόνια στο ενδιάμεσο όπου, φυσικά, το μουσικό μου γούστο και η εμπειρία μου αναπτύχθηκαν και άλλαξαν λίγο. Ίσως έγιναν λίγο πιο σκληρά, αλλά ταυτόχρονα και λίγο πιο μαλακά, ξέρεις, πιο κοντά σε Pink Floyd, κάτι τέτοιο. Οπότε ο συνδυασμός αυτών των δύο κόσμων, του πιο σκληρού ήχου που άκουγα περισσότερο σε σχέση με το 2007 όταν έγραψα τα κομμάτια του πρώτου άλμπουμ… Ναι, ίσως αυτή είναι η βασική διαφορά. Υπήρξε πολλή, ας πούμε, μουσική «κοινωνικοποίηση» αυτά τα 18 χρόνια.

Ακούγεται πιο ώριμο.

Ναι, αυτό που είπες ταιριάζει απόλυτα. Εννοώ, τώρα είμαι σαράντα έξι (46) χρονών, ενώ τότε ήμουν στα μέσα ή προς τα τέλη των 20. Έχουν συμβεί, λοιπόν, πάρα πολλά από τότε.

Από τη στιγμή που είστε μια μπάντα σκορπισμένη σε διαφορετικές χώρες… Ξέρω ότι έχεις τον κύριο ρόλο στη σύνθεση, αλλά συμβάλλουν και τα άλλα μέλη στη δημιουργική διαδικασία; Πώς λειτουργεί με την απόσταση;

Για το πρώτο άλμπουμ, έγραψα εγώ όλα τα κομμάτια, γιατί, ξέρεις, αυτή ήταν η ιδέα μου τότε όταν έγραψα τα πρώτα τραγούδια. Και μετά σκέφτηκα: «Τώρα πρέπει να βρω μερικούς μουσικούς». Και κατέληξε ότι γνώρισα τον Alex (σ.σ.: Landenberg; Kamelot, Cyhra, exAnnihilator κ.α.), τον drummer, που ήταν εντελώς άγνωστος τότε, όπως κι εγώ. Είχα μόλις ξεκινήσει περιοδεία με τον Paul DiAnno, τον πρώην τραγουδιστή των Iron Maiden, ως κιθαρίστας. Αλλά ήταν μόνο μερικές συναυλίες. Έτσι έψαχνα μουσικούς με τους οποίους θα ήθελα να συνεργαστώ. Και ο Alex ήταν στην πραγματικότητα ο πρώτος. Αυτός έφερε τον Toby (σ.σ.: Tobias Weißgerber), τον πληκτρά. Και για τις demo ηχογραφήσεις τότε, δεν είχαμε μπασίστα. Έπαιξα εγώ το μπάσο στις ηχογραφήσεις και είχα μαζί μου τις ορχηστρικές ηχογραφήσεις. Έψαχνα για έναν τραγουδιστή. Είχα μερικά ονόματα στο μυαλό μου. Και τότε ο Gonzo, ο μπασίστας της μπάντας του Paul DiAnno, μου είπε: «Φίλε, πρέπει να ακούσεις αυτήν τη μπάντα από την Ελλάδα». Και ήταν οι Wastefall. Και μου είπε: «Θα λατρέψεις αυτόν τον τραγουδιστή».Και πράγματι, τον λάτρεψα. Έτσι έστειλα στον Domenik απλώς ένα email για να δω αν τον ενδιέφερε να έρθει στη Γερμανία και να τραγουδήσει στα κομμάτια. Και ήταν απόλυτα θετικός. Έκλεισα ένα αεροπορικό εισιτήριο. Ήρθε. Καταρχάς, τότε η ταχύτητα του ίντερνετ δεν ήταν τόσο καλή. Οπότε του έστειλα στην πραγματικότητα τις demo ηχογραφήσεις σε CD, μέσα σε φάκελο, με το ταχυδρομείο. Έτσι είχε τα τραγούδια. Και μετά ήρθε στη Γερμανία και τραγούδησε στα κομμάτια. Τα πήγαμε πάρα πολύ καλά μεταξύ μας. Γίναμε φίλοι. Και μερικούς μήνες αργότερα με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Ξέρεις, μου άρεσε τόσο πολύ στη Γερμανία. Θέλω να ξανάρθω και να μείνω εδώ». Και τότε έμεινε σπίτι μου για, δεν ξέρω, δύο-τρεις μήνες. Και μετά έμεινε στη Γερμανία για μερικά χρόνια.

Άρα εσύ είσαι ο λόγος που έφυγε τότε για τη Γερμανία ο Domenik! Δεν είχα ιδέα ότι αυτός ήταν ο λόγος. Οπότε, είχαν συμμετοχή τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας σε αυτό το άλμπουμ;

Ά ναι! Αυτή ήταν η αρχική ερώτηση. Για το πρώτο άλμπουμ, όχι. Για το δεύτερο άλμπουμ, επίσης όχι (γέλια). Αλλά αυτό απλά συνέβη, ξέρεις, όταν ακόμα ηχογραφούσαμε, νομίζω, πλήκτρα και μπάσο για το ντεμπούτο. Είχα ήδη γράψει όλα τα κομμάτια για το “The Constant Void”. Αυτό απλά συνέβη. Δεν ήταν προγραμματισμένο. Δηλαδή, έγραψα πάλι όλα τα κομμάτια. Αλλά, ξέρεις, στο τέλος των ηχογραφήσεων για το ντεμπούτο, είχα μαζέψει και προ-ηχογραφήσει γύρω στα έντεκα ή δώδεκα τραγούδια. Διάλεξα οχτώ ή εννιά από αυτά, τα έστειλα στους υπόλοιπους και μου είπαν: «Ναι, είναι υπέροχα όπως είναι». Δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα. Για το επόμενο άλμπουμ που ετοιμάζουμε, συνέβη ξανά το ίδιο. Είχα ήδη γράψει όλα τα τραγούδια κατά τη διαδικασία του mixing και mastering του “The Constant Void”. Αλλά ήθελα αυτή τη φορά οι υπόλοιποι να έχουν περισσότερη επιρροή πάνω σε αυτό, να αφήσουν το αποτύπωμά τους. Έτσι, ειδικά με τον Alex, τον drummer, και τον Sebastian, τον νέο μπασίστα, κάναμε πολλές συναντήσεις μέσω Zoom και συνθέσαμε ή ξαναδουλέψαμε κάποια πράγματα. Οπότε οι βασικές ιδέες παραμένουν δικές μου, αλλά η επιρροή που είχαν οι άλλοι είναι πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τα δύο πρώτα άλμπουμ. Πολύ καλό αυτό και πρόκειται να το ηχογραφήσουμε στο τέλος της χρονιάς. Οπότε το επόμενο άλμπουμ δεν θα αργήσει πολύ. Νομίζω αν πούμε τέλος της χρονιάς, ίσως αρχές του 2026, και μετά με όλα τα θέματα της δισκογραφικής και της προώθησης, θεωρώ ότι στις αρχές του 2027 είναι ένα ρεαλιστικό σενάριο.

Παρά το όνομά σας, δείχνετε να απολαμβάνετε αρκετά τη φιλοσοφία!

Ναι, όντως. Ξέρεις, παλαιότερα σπούδασα διαχείριση τεχνών, κάτι σαν συνδυασμό ιστορίας της τέχνης και συναφών αντικειμένων. Αλλά υπήρχαν και κάποια μαθήματα που είχαν να κάνουν με τη φιλοσοφία. Και πραγματικά με τράβηξε αυτό, είχα πολλά βιβλία και υλικό σχετικό. Πήγα μάλιστα και σε άλλο τμήμα του πανεπιστημίου για να παρακολουθήσω μαθήματα εκεί. Ναι, ασχολήθηκα πολύ.

Λοιπόν, πώς η φιλοσοφία διαμορφώνει τη μουσική και τους στίχους σου;

Νομίζω ότι δεν είναι φιλοσοφία με τη στενή έννοια, αλλά υπάρχει μια φιλοσοφία. Υπάρχει ένα είδος φιλοσοφίας στους στίχους. Συγγνώμη, τώρα μου λείπουν οι σωστές λέξεις. Όταν, ξέρεις, πάρεις το “The Constant Void” για παράδειγμα, το The Forgotten Part II, το επικό μεγάλο κομμάτι στο τέλος… Εκεί υπάρχει μια αρκετά φιλοσοφική ματιά στο πώς η ανθρωπότητα εξελίχθηκε και πώς φτάσαμε σε όλα αυτά. Μου αρέσει να εκφράζω τους στίχους με έναν τρόπο όχι τόσο «κατάμουτρα», αλλά πιο έμμεσο, ώστε οι άνθρωποι να χρειάζεται να σκεφτούν τι πραγματικά σημαίνουν. Οπότε, ίσως υπάρχει λίγη φιλοσοφία μέσα στους στίχους.

Όταν δημιουργείς ένα άλμπουμ, πώς λειτουργεί το μυαλό σου; Δουλεύεις πρώτα τη μουσική; Έχεις κάποιο concept; Ξεκινάς από τους στίχους; Ποια είναι η δημιουργική σου διαδικασία;

Είναι λίγο απ’ όλα. Τις περισσότερες φορές έχω ένα κιθαριστικό riff στο μυαλό και μετά κάθομαι εδώ στο μικρό home studio μου και παίζω με αυτό το riff, βάζω κάποια drums από πάνω και έτσι φυσικά εξελίσσεται το τραγούδι. Μερικές φορές έχω έναν ρυθμό στα drums στο μυαλό και χτίζω ένα κιθαριστικό riff γύρω από αυτό. Στην πραγματικότητα, δεν ξεκινάω ποτέ πρώτα από τους στίχους. Πάντα έχω πρώτα τη μουσική στο μυαλό. Μου αρέσει πολύ να κάνω ποδήλατο. Δεν έχω αυτοκίνητο, οπότε κάνω τα πάντα με το ποδήλατό μου. Και όσο το κάνω αυτό, μου έρχονται πολλές ιδέες για πράγματα που θέλω να γράψω στιχουργικά. Αυτά έρχονται μετά τη μουσική.

Πώς προέκυψε το “Forgotten” concept; Πώς κατέληξε να είναι δύο κομμάτια; Θα κάνεις κι άλλα μέρη;

Θα υπάρξει τρίτο μέρος στο επόμενο άλμπουμ. Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι θα ανοίγει το επόμενο άλμπουμ και θα το ολοκληρώνει. Είναι μια ιστορία σε τρία μέρη. Ξέρεις, έχουμε το The Forgotten Part I, που είναι σαν το status quo: «έτσι είμαστε και έτσι είναι η μητέρα Γη, η Γαία». Και μετά το Part II είναι το «πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι σκεφτόταν οι άνθρωποι; Τι έκαναν; Προσπάθησαν να το αποφύγουν;» Για παράδειγμα, στους στίχους υπάρχει η ίδρυση μιας νέας θρησκείας για να κατευναστεί η Γαία. Αλλά τότε είναι πολύ αργά. Και μετά θα υπάρξει ένα τρίτο μέρος που θα είναι η κατάληξη. Τι συνέβη πραγματικά; Μας συγχώρησε; Μας ξέχασε; Δεν ξέρουμε. Θα το μάθουμε σύντομα. Βασικά, η ιδέα για όλο το concept ξεκίνησε με το “Part I”. Το είχα γράψει μουσικά και είχα τους στίχους στο μυαλό, τους έγραψα. Και μετά ξεκίνησα να γράφω το The Forgotten Part II, χωρίς να ξέρω εκείνη τη στιγμή ότι θα ήταν το δεύτερο μέρος του The Forgotten. Αλλά σε κάποια φάση σκέφτηκα ότι ταιριάζει απόλυτα. Οι μελωδίες του πρώτου μέρους ταίριαζαν τέλεια εδώ. Έτσι το έκανα ένα ολοκληρωμένο πράγμα. Απλά δεν ήθελα να βγει 30 λεπτά σε διάρκεια. Οπότε σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ιδέα να είναι το πρώτο μέρος 8-9 λεπτά, μετά να υπάρχουν μερικά άλλα κομμάτια ενδιάμεσα, και μετά να επιστρέψουμε στο concept. Έτσι έγινε. Ήρθε φυσικά.

ΟΚ. Ακούγοντας το άλμπουμ, έχω την αίσθηση ότι είσαι ένας αθεράπευτος storyteller. Σου αρέσουν οι ιστορίες και τα μεγάλα κομμάτια, κτλ. Στη σημερινή μουσική βιομηχανία, όπου τα algorithms υπαγορεύουν τα πάντα και η προσοχή του ακροατή έχει μειωθεί δραματικά, πόσο δύσκολο είναι να είσαι δημιουργός μουσικής σαν αυτή; Μουσικής που δεν είναι απλά content, αλλά ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης με πολλή σκέψη από πίσω;

Εξαρτάται. Υπάρχουν και κομμάτια στο πρώτο άλμπουμ που είναι γύρω στα τέσσερα λεπτά. Για παράδειγμα, το Inside His Room, το τρίτο κομμάτι του άλμπουμ, είναι περίπου τέσσερα λεπτά. Και όταν το έγραφα, ένιωσα ότι «αρκετά τώρα, αυτό φτάνει». Το τραγούδι δεν χρειαζόταν άλλο instrumental μέρος ή κάτι παραπάνω. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό: αν το τραγούδι δεν το χρειάζεται, μην προσπαθήσεις να το κάνεις προοδευτικό με το ζόρι.

Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι αυτό είναι που κάνει το άλμπουμ ξεχωριστό, γιατί όλα είναι τόσο μεγάλα και δομημένα ακριβώς “όπως πρέπει”. Αυτό είναι που αγαπώ στο άλμπουμ.

Για παράδειγμα, το Underneath Grassroots είναι περίπου τρία λεπτά, μια μπαλάντα. Και δεν χρειάζεται παραπάνω. Και αυτό ήταν κάτι με το οποίο όλοι συμφωνήσαμε. Δεν συμφωνήσαμε πραγματικά γιατί δεν μιλήσαμε γι’ αυτό. Αλλά όταν κάναμε τις ηχογραφήσεις για το πρώτο άλμπουμ, όλοι είχαμε ήδη το ίδιο όραμα για το πώς έπρεπε να είναι ο δίσκος ή πώς έπρεπε να ακούγεται η μπάντα. Και μετά, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του “The Constant Void”, ήμουν εκεί με τον Alex, για παράδειγμα, και του είπα: «Ω, θα ήταν ωραίο αν έπαιζες αυτό κι αυτό κι αυτό». Και μου είπε: «Γιατί; Το τραγούδι δεν το χρειάζεται». Είχε απόλυτο δίκιο. Και όλοι σκεφτόμαστε έτσι. Υπάρχει χρόνος και χώρος για instrumental μέρη και για να δείξεις τι μπορείς να κάνεις στο όργανό σου. Αλλά το τραγούδι πρέπει να είναι πραγματικά δυνατό και σπουδαίο χωρίς τα instrumental πράγματα. Αν δεν είναι έτσι, τότε είναι απλώς επίδειξη.

Ναι, στο δικό μου μυαλό αυτό είναι που ξεχωρίζει τις σπουδαίες μπάντες από τις υπόλοιπες.

Ναι, το πιστεύω κι εγώ. Υπάρχουν πολλές σπουδαίες μπάντες εκεί έξω, αλλά κάποιες μετά από 10-15 λεπτά σε κουράζουν.

Πιστεύεις ότι το Prog έχει ακόμα χώρο να ανθίσει στη μουσική βιομηχανία σήμερα;

Νομίζω ότι έχει γίνει πιο δυνατό απ’ ό,τι τα τελευταία 20 χρόνια. Αν κοιτάξεις μπάντες όπως οι Haken, είναι τεράστιοι τώρα. Οι Leprous, οι Voyager από την Αυστραλία, οι Vola εξακολουθούν να υπάρχουν. Οι Pain Οf Salvation, οι Evergrey μεγαλώνουν όλο και περισσότερο. Νομίζω ότι η Prog σκηνή είναι σε καλά χέρια αυτές τις μέρες.

Ναι, συμφωνώ, αλλά οι περισσότερες μπάντες που ανέφερες είναι αρκετά διαφορετικές στον ήχο από εσάς. Είναι αρκετά μοντέρνες, ενώ εσείς μου φαίνεστε λίγο πιο old school στον τρόπο σύνθεσης των τραγουδιών, όχι στον ήχο.

Ναι, ισχύει. Εννοώ, ειδικά αν πάρεις τους Haken, έχουν αυτά τα πραγματικά old school ρεφρέν και όλα τα σχετικά. Ενδιάμεσα, οι κιθάρες είναι μερικές φορές λίγο σαν djent και mathcore. Εμείς δεν το κάνουμε αυτό γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι το είδος μουσικής – εκτός από τους Haken – που ακούω. Δεν ακούω djent. Δεν ακούω mathcore. Μερικές φορές το κάνω και το απολαμβάνω, αλλά δεν είναι κάτι που κάνω τακτικά. Είμαι πραγματικά old school. Ακούω Pain Of Salvation, Evergrey, Dream Theater, Dalis Dilemma, Enchant, όλες αυτές τις, αν τις πεις έτσι, μελωδικές Prog μπάντες. Νομίζω ότι είμαστε στο ίδιο ρεύμα. Παρατηρώ επίσης πως σε όλες τις καλές κριτικές που παίρνουμε, ειδικά με αυτό το άλμπουμ τώρα, έχω την εντύπωση ότι αυτό είναι που θέλει ο κόσμος. Θέλουν ακριβώς αυτό που θέλουμε κι εμείς: να επιστρέψει αυτό το μελωδικό progressive metal ως είδος.

Και μόλις μου έδωσες καλή πάσα για την επόμενη ερώτηση. Είδα στα social media ότι έχετε τραβήξει την προσοχή αρκετών ανθρώπων και μέσων, ειδικά των prog fans. Σκοπεύετε να περιοδεύσετε για την προώθηση του άλμπουμ; Φαντάζομαι ότι το γεγονός ότι βρίσκεστε σε διαφορετικά μέρη κάνει τα logistics αρκετά δύσκολα.

Λοιπόν, αυτή τη στιγμή σχεδιάζουμε μια μικρή περιοδεία, γύρω στις οχτώ – εννέα ημερομηνίες σε Γερμανία, Ολλανδία και Βέλγιο. Και φυσικά κάνουμε αιτήσεις για κάθε metal φεστιβάλ στην Ευρώπη. Είναι αρκετά δύσκολο να μπεις στις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή, με όλες τις καλλιτεχνικές βίζες που έχουν φτάσει τα 800 δολάρια ανά καλλιτέχνη, ανά άτομο. Και νομίζω ότι για μια μπάντα του μεγέθους μας, που είναι αρκετά άγνωστη, δεν θα υπάρξει κανείς που να πει: «Θα πληρώσω 3.000 € μόνο για τη βίζα αυτής της μπάντας», συν την κανονική αμοιβή που θέλει να έχει η μπάντα. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Δηλαδή, ο Trump κατέστρεψε ουσιαστικά όλο αυτό για τις μικρές μπάντες. Αλλά για την Ευρώπη, νομίζω ότι δουλεύει. Δηλαδή, επρόκειτο να παίξουμε σε ένα φεστιβάλ τον Οκτώβριο στη νότια Γαλλία, αλλά όλο το φεστιβάλ αναβλήθηκε για έναν χρόνο γιατί δεν βρήκαν τον χώρο που χρησιμοποιούν συνήθως. Έτσι έπρεπε να βρουν νέο χώρο, και αυτό είναι δυνατό μόνο το 2026. Έχουμε κάνει επίσης αίτηση για μερικά φεστιβάλ στην Ελλάδα, αλλά και σε Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία. Θα δούμε τι θα γίνει. Δηλαδή, θα υπάρξει μια μικρή περιοδεία για την υποστήριξη του άλμπουμ, αλλά νομίζω ότι στις μέρες μας τα φεστιβάλ είναι το κλειδί για να σε μάθει ο κόσμος. Παίξαμε σε ένα φεστιβάλ στην ανατολική Γερμανία στην αρχή της χρονιάς, τον Απρίλιο, και ήρθαν πολλοί άνθρωποι μετά το live και μας είπαν: «Φίλε, ήσασταν η καλύτερη μπάντα όλου του φεστιβάλ. Πώς γίνεται να μην σας είχα ακούσει ποτέ;» Κι αυτό είναι το βασικό σημείο. Μπορείς να έχεις καλές κριτικές, όσες θες, αλλά πρέπει να βγεις έξω και να παίξεις live. Και αν παίξεις σε club show ή σε μια μικρή περιοδεία με club shows, θα έρθουν αυτοί που ήδη σε ξέρουν, αλλά όχι όσοι δεν σε ξέρουν. Αυτούς θα τους συναντήσεις στα φεστιβάλ. Γι’ αυτό πρέπει να παίζεις σε όσα περισσότερα φεστιβάλ γίνεται.

Υπάρχει καμία πιθανότητα να σας δούμε στην Ελλάδα;

Σε club; Δηλαδή, έχουμε κάνει αίτηση για μερικά φεστιβάλ. Κι ας πούμε, αν γίνει κάποιο, για παράδειγμα στην Αθήνα, θα προσπαθήσουμε να κανονίσουμε ένα-δυο club shows γύρω από εκείνη την ημερομηνία. Θα ήταν υπέροχο. Οπότε αν συμβεί αυτό, θα ήταν πραγματικά φανταστικό. Ω, ναι. Ίσως ένα double billing Philosophobia και Wastefall; Θα ήταν απίθανο!

Ναι, γιατί όχι; Θα ήταν όντως απίθανο! Από ό,τι βλέπω στις πρόβες μας, ο Domenik μπορεί να το κάνει. Ας τον κάνουμε να ιδρώσει λίγο!

Ναι, νομίζω ότι μπορεί. Είναι σε θέση να το κάνει. Το πιστεύω κι εγώ!

Λοιπόν, είπες ότι έχεις αρχίσει να δουλεύεις σε νέο υλικό. Θέλεις να αποκαλύψεις κάτι; Τι να περιμένουμε; Κάποια νέα κατεύθυνση; Κάποια σχέδια;

Aν πάρεις τα δύο τελευταία άλμπουμ, η κατεύθυνση θα είναι η ίδια. Θα είναι μελωδικό, progressive metal με μια σκοτεινή πινελιά, όπως έχουμε ιδιαίτερα στο “The Constant Void”. Οπότε ναι, δεν θα είναι χαρούμενες, happy Helloween μελωδίες. Θα έχει πάντα αυτούς τους πολύ στοχαστικούς και σκοτεινούς στίχους και μελωδίες. Θα είναι έτσι. Θα είναι λίγο διαφορετικό όμως. Δεν θα υπάρχει ένα πλήρες concept από πίσω. Και θα είναι λίγο πιο βαρύ.

Να περιμένουμε από εσένα ένα ολοκληρωμένο concept album κάποια στιγμή;

Μια ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος; Ναι, κάποια στιγμή θέλω να το κάνω. Αλλά το πρόβλημα που έχω με τα concept albums είναι ότι η ιστορία πίσω από αυτά πρέπει να είναι πραγματικά, πραγματικά δυνατή σε διάρκεια εξήντα ή εβδομήντα λεπτών. Για παράδειγμα, το The Forgotten. Είναι τέλειο για αυτά τα είκοσι οχτώ (28) – τριάντα (30) λεπτά. Αλλά αν έκανα ένα πλήρες concept album με όλα τα τραγούδια, δεν θα ήξερα πώς να γεμίσω στιχουργικά τα υπόλοιπα τριάντα λεπτά. Και αυτό θα μπορούσε να καταντήσει βαρετό. Για παράδειγμα, για μένα το τέλειο progressive metal concept album παραμένει το Operation: Mindcrime των Queensrÿche. Η ιστορία θα μπορούσε να είναι βιβλίο, και μάλιστα σπουδαίο βιβλίο χωρίς τη μουσική. Αντίθετα, το Scenes From A Memory των Dream Theater είναι ένα φανταστικό άλμπουμ. Αλλά αν πάρεις μόνο την ιστορία χωρίς τη μουσική, δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό. Και το αντισταθμίζουν με την απίστευτη μουσικότητα και όλα τα υπόλοιπα. Οπότε το ακούς και λες: «Wow, αυτό είναι απίστευτο». Αλλά με το Operation: Mindcrime, ακούς το άλμπουμ και λες: «Wow, η ιστορία είναι καταπληκτική!». Και μετά έρχεται η μουσική. Και αυτή είναι καταπληκτική. Αλλά πρώτα απ’ όλα είναι μια σπουδαία ιστορία. Και σε αυτή τη φάση, δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να γράψω ένα concept album με μια τόσο σπουδαία ιστορία που θα κάτσω να πω: «Ναι, το ακούω 30 φορές στη σειρά», όπως μπορώ να κάνω με το Operation: Mindcrime.

Έχετε ήδη κυκλοφορήσει τέσσερα βίντεο για το άλμπουμ…

Και έρχονται άλλα δύο…

Τέλεια! Συνέχισε…

Το επόμενο είναι για το Underneath Grassroots, είναι ένα πολύ απλό βίντεο.
Στην ουσία, είναι με εμένα να περπατάω μέσα σε ένα δάσος, τόσο απλό. Φυσικά υπάρχει μια ιστορία από πίσω. Και μετά θα υπάρξει ένα playthrough βίντεο για το instrumental κομμάτι του άλμπουμ (“F 40.8”).Και για αυτά που ήδη βγάλαμε… Το πρώτο, για το King of Fools, ένα μικρό μέρος το έκανα εγώ και το υπόλοιπο ο Domenik. Και είναι απλά φανταστικός στο να φτιάχνει βίντεο. Ήθελα να το κάνει εκείνος το πρώτο. Το δεύτερο που βγήκε, το The Forgotten Part I”, το παίξαμε πέρυσι σε ένα φεστιβάλ στην Πολωνία, στο Ostrava Rock Festival. Και ο διοργανωτής ήταν τόσο ευγενικός που μας έδωσε το βιντεοσκοπημένο υλικό. Αρχικά, είχαν τρεις κάμερες, μία στη σκηνή, μία σε γερανό και μία απέναντι. Αλλά τελικά είχε μόνο το υλικό από τη σκηνή, γιατί οι άλλες δύο λήψεις χάθηκαν κάπως.

Μπορείς να μου πεις για το playthrough που ανέφερες; Θα είναι όλοι μαζί στο στούντιο σε μια πρόβα; Θα είναι ο καθένας, ξέρεις, στο δικό του στούντιο; Πώς θα λειτουργήσει;

Σκεφτόμουν να το ηχογραφήσει ο καθένας μόνος του και μετά, ξέρεις, να το κάνουμε split screen.
Αλλά μόλις μου έδωσες καταπληκτική ιδέα: στην επόμενη συναυλία που θα παίξουμε, να κάνουμε πρόβα και απλώς να κινηματογραφήσουμε εκείνη την πρόβα, παίζοντας ένα συγκεκριμένο κομμάτι από διαφορετικές γωνίες. Πολύ καλή ιδέα. Μπορούμε να το κάνουμε αυτό!

Πώς ηχογραφήθηκε το “The Constant Void”;

Ηχογραφήσαμε όπως πάντα, αυτή τη φορά στο SU2 Studios στο νότιο μέρος της Γερμανίας, με τον παραγωγό Phil Hillen, έναν καλό μας φίλο και απίστευτο τύπο για να γράφεις μαζί του άλμπουμ, γιατί, ξέρεις, είναι εξαιρετικός χαρακτήρας. Είναι πάρα πολύ αστείος. Δεν έχεις ποτέ την αίσθηση ότι δουλεύεις μαζί του. Είναι σαν να κάνεις παρέα μαζί του και απλά να γράφεις μουσική. Ο Alex ήταν εκεί πρώτος, έγραψε όλα τα drums, κι εγώ ήρθα την τελευταία μέρα των ηχογραφήσεών του, έμεινα εκεί, ξέρεις, να δω την πρόοδο λίγο, και μετά ηχογράφησα τις κιθάρες μου. Συνήθως γράφω και τα πλήκτρα στο σπίτι, ξέρεις, σαν guide keyboards, πριν ο Toby βάλει τα δικά του. Οπότε όταν ο Domenik ήρθε στη Γερμανία στο στούντιο, ήμουν εκεί κι εγώ και ο Alex. Έτσι είχαμε ήδη γράψει τα drums, τις κιθάρες και τα πλήκτρα. Οπότε είχε μια πολύ καλή βάση-οδηγό για τα φωνητικά του. Και έτσι γίνεται. Δηλαδή, ερχόμαστε όλοι ένας μετά τον άλλο. Θα ήταν ωραίο να γράφαμε όλοι μαζί ταυτόχρονα, αλλά πρέπει να είμαι ειλικρινής, είναι θέμα χρημάτων. Δηλαδή, αν κάποιος τα κάνει μαντάρα στο όργανό του, πρέπει να ξαναγίνουν όλα από την αρχή!

Ένα άλλο πολύ εντυπωσιακό στοιχείο του άλμπουμ είναι το artwork! Πες μου γι’ αυτό!

Ο Björn Gooßes at Killustrations είναι εξαιρετικός καλλιτέχνης. Πάντα μου άρεσε η δουλειά του για άλλες μπάντες. Συνήθως δεν ασχολείται με τον χώρο του rock ή του prog metal. Δουλεύει περισσότερο με πιο brutal μπάντες. Αλλά παρόλα αυτά έβλεπα την αισθητική πίσω από τα έργα του. Για το πρώτο άλμπουμ, ήθελα να το κάνει αυτός. Για το δεύτερο άλμπουμ, σκέφτηκα να το κάνω μόνος μου, γιατί, ξέρεις, δεν είμαι graphic designer, αλλά ασχολούμαι με το graphic design πολλά χρόνια. Δεν το σπούδασα, το έμαθα μόνος μου. Είχα μια ιδέα και την έστειλα στον Björn, γιατί σκεφτόμουν ότι κάτι έλειπε. Μου είπε: «Αυτό είναι πολύ ωραίο, αλλά έχω μια άλλη ιδέα. Μπορώ να σου τη δείξω;». Μου έστειλε απλά ένα σκίτσο με μολύβι σε χαρτί, με τα τρία κεφάλια που χύνουν το χρώμα. Και είπε: «Αυτή είναι η ιδέα μου. Πώς σου φαίνεται;». Του είπα: «Αυτό είναι φοβερό». Και μετά ξεκίνησε να δουλεύει πάνω σε αυτό. Και ήταν ακριβώς αυτό που είχα στο μυαλό μου με το concept του Void. Δηλαδή, οι τρεις άνθρωποι δέχονται όλες τις πληροφορίες που δείχνονται από τα χρώματα που ρέουν στα μυαλά τους, στους εγκεφάλους τους. Όλη η πληροφορία που μπορείς να έχεις σε αυτόν τον πλανήτη, και ό,τι βγαίνει έξω είναι, ξέρεις, αυτό το καφέ-γκρι λασπώδες πράγμα, γιατί δεν σκέφτονται. Απλά αρχίζουν να μιλούν χωρίς να σκέφτονται. Ίσως ελεγχόμενοι από τα ΜΜΕ, απλώς επαναλαμβάνουν, παρόλο που έχουν όλες τις πληροφορίες. Αυτό ταίριαξε τέλεια με την πρόθεση του άλμπουμ, με τους στίχους, γιατί βασικά αυτό είναι το Void. Αν κοιτάξεις πίσω στην πανδημία, είχαμε πολύ καλούς φίλους. Μπορούσαν να μιλήσουν για τα πάντα. Και ξαφνικά, ο ένας ήταν κατά του εμβολίου και ο άλλος υπέρ. Εκείνο το ένα σημείο όπου δεν υπήρχε κοινή λογική, τους χώρισε εντελώς. Ήταν σαν να λέει κάποιος: «Δεν συμφωνεί μαζί μου σε αυτό το θέμα, άρα τον μισώ τώρα». Και ξέρεις, συνήθως όταν εσύ και ο φίλος σου έχετε διαφορετική άποψη, υπάρχει ένα μικρό κενό ανάμεσά σας. Αλλά εκείνο το κενό έγινε κενό άβυσσος (Void). Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να το γεφυρώσει. Αυτή είναι η βασική πρόθεση των στίχων και αυτό φαίνεται τέλεια και στο artwork για μένα. Ο διχασμός των ανθρώπων!

Ελπίζω να συνειδητοποιείς ότι θα είναι εγκληματικά τρελό να μην τυπώσετε βινύλιο με τέτοιο απίστευτο artwork!

Λοιπόν, αυτή τη στιγμή σκέφτομαι να κάνω μια crowdfunding καμπάνια για το βινύλιο, όπου οι άνθρωποι θα μπορούν να το προ-παραγγείλουν. Το θέμα είναι ότι η δισκογραφική μας, η Sensory Records, ήταν πρόθυμη να κάνει βινύλιο με το ντεμπούτο. Δεν το έκαναν επειδή ήταν το ντεμπούτο μας, δεν ήξεραν πώς θα πουλούσε. Αλλά υπήρχε μια πολωνική εταιρεία που είπε: «ΟΚ, μπορούμε να κάνουμε το βινύλιο αν είναι εντάξει με τη Sensory». Ναι, το έχω, το πήρα σε βινύλιο πρώτα. Ω, τέλεια. Ναι, πολύ καλό. Αλλά για το “The Constant Void” δεν ήταν τόσο εύκολο, γιατί πρέπει να είναι διπλό άλμπουμ, είναι 64 λεπτά. Δεν χωράει σε ένα δίσκο. Και πρέπει να φτιάξεις τουλάχιστον 500 κομμάτια για να βγάλει νόημα για τη δισκογραφική. Αν κάνεις μόνο 200, πρέπει να τα πουλήσεις 50 ευρώ το ένα. Και δεν νομίζω ότι θέλω να το κάνουμε αυτό στους fans μας. Εννοώ, ούτε εγώ ο ίδιος δεν θέλω να αγοράσω βινύλιο 50 ευρώ. Οπότε αυτό ήταν το πρόβλημα. Θα ήταν πολύ ακριβό σε μικρή ποσότητα, π.χ. 200 κομμάτια, να τυπώσεις gatefold διπλό βινύλιο. Αλλά αν το κάνουμε μέσω crowdfunding και υπάρξουν αρκετοί που θα το προ-παραγγείλουν, τότε θα μπορούσε να δουλέψει. Το σκέφτομαι σοβαρά να το στήσω αυτό το Σαββατοκύριακο. Πρέπει βέβαια να ρωτήσω πρώτα τη δισκογραφική μας αν είναι εντάξει με αυτό. Αλλά νομίζω ότι θα είναι και τότε θα το ξεκινήσω. Αν δουλέψει, καλώς. Αν όχι, τότε όχι. Αλλά έχεις απόλυτο δίκιο: αυτό το artwork πρέπει να βγει σε μεγάλο βινύλιο.

Είναι γραφτό να γίνει! Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σου, Andreas! Χαίρομαι που σε γνώρισα και τα είπαμε! Έχεις κάποιο μήνυμα για τους Έλληνες fans;

Σε όλους τους Έλληνες fans εκεί έξω, ελπίζω πραγματικά να καταφέρουμε να παίξουμε σε ένα-δυο φεστιβάλ στην Ελλάδα και μετά ίσως να κάνουμε και μερικά shows γύρω από αυτά και να γνωρίσουμε όσο περισσότερους ανθρώπους γίνεται — και ελπίζω να παίξουμε μαζί με τους Wastefall. Είμαι τεράστιος fan της Ελλάδας. Έχω έρθει μερικές φορές και έχω επισκεφθεί τον Domenik αρκετές φορές. Τελευταία φορά στη Σκύρο, πριν από αυτό στον Πειραιά για μερικές εβδομάδες. Μου αρέσει η ελληνική νοοτροπία. Πραγματικά μου αρέσει να βρίσκομαι εκεί. Ελπίζω να συμβεί σύντομα. Ναι, θα ήταν υπέροχο. Και θα πιούμε και μερικές μπύρες μαζί Στέφανε!

Σ: Απολύτως!!!!

Συνέντευξη: Στέφανος Σπανόπουλος

Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Band Members:
Alex Landenburg – Τύμπανα
Andreas Ballnus – Κιθάρες
Tobias Weißgerber – Πλήκτρα
Domenic Παπαεμμανουήλ – Φωνητικά
Sebastian Heuckmann – Μπάσο

Discography
Philosophobia, 2022
The Constant Void, 2025

728x90GRadvert - 728|90|728x90GRadvert||https://www.greekrebels.gr/epikoinonia/|both
20000
110

Related posts

Leave a Comment

Leave a review

X