Μέσα σε έναν κόσμο όπου το metal συχνά ανακυκλώνει τα ίδια μοτίβα, οι Gojira ξεπήδησαν σαν μία φωνή αυθεντική, συνειδητοποιημένη και καλλιτεχνικά τολμηρή. Από τις ταπεινές απαρχές τους στα μέσα της δεκαετίας του ’90, μέχρι τις εμφανίσεις τους σε δύο ιστορικά γεγονότα, την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού το περσινό καλοκαίρι και το αποχαιρετιστήριο live των Black Sabbath πριν λίγες μέρες, το γαλλικό συγκρότημα έχει χαράξει μία πορεία που αποδεικνύει ότι η τέχνη, όταν συναντά την ηθική και την ευφυΐα, μπορεί να ξεπεράσει κάθε σύνορο.
Από τους Godzilla στους Gojira
Το συγκρότημα σχηματίστηκε το 1996 στο Bayonne της νοτιοδυτικής Γαλλίας, με το όνομα Godzilla. Η σύνθεσή τους παραμένει μέχρι και σήμερα αναλλοίωτη, αποτελείται από τους αδερφούς Joe Duplantier (φωνή, κιθάρα) και Mario Duplantier (drums), μαζί με τον Christian Andreu (κιθάρα) και τον Jean-Michel Labadie (μπάσο). Λόγω νομικών προβλημάτων με το όνομα, το 2001 μετονομάστηκαν σε Gojira, την ιαπωνική προφορά του Godzilla, μία λεπτομέρεια που έκρυβε από τότε το οικολογικό και συμβολικό τους βάθος.
Με τα πρώτα τους demos και τα albums “Terra Incognita” (2001) και“The Link” (2003), οι Gojira ξεκίνησαν να χτίζουν φήμη ως ένα σχήμα τεχνικά άρτιο, αλλά και συναισθηματικά ωμό. Κάτι που φαινόταν στις progressive βάσεις τους, τα έντονα breakdowns και τα μηνύματα, που ξεπερνούσαν την κλασική θεματολογία του metal.
Η εκτόξευση
Η αληθινή απογείωση ήρθε με το “From Mars to Sirius” (2005), έναν concept δίσκο για την οικολογική καταστροφή και την αναγέννηση της Γης. Ο ήχος τους ήταν πλέον απολύτως αναγνωρίσιμος. Βαριές, πολυρυθμικές κιθάρες, ανατριχιαστικά φωνητικά και ατμοσφαιρικά περάσματα.
Η θεματολογία των Gojira είναι ίσως το πιο μοναδικό στοιχείο τους. Σε μια σκηνή γεμάτη στίχους για μυστικισμό, πόλεμο ή δυστοπία, εκείνοι έβαλαν στο προσκήνιο την κλιματική αλλαγή, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ψυχική συνείδηση και την πνευματικότητα. Το “The Way of All Flesh” (2008) συνέχισε με την εξερεύνηση του θανάτου ως μέρος της ζωής, ενώ το “L’Enfant Sauvage” (2012) εξέφρασε την ανάγκη για εσωτερική απελευθέρωση και αντίσταση στην ομοιομορφία.
Μετακομίζοντας στις ΗΠΑ, οι Gojira κυκλοφόρησαν το “Magma” (2016), ίσως το πιο προσωπικό τους album, επηρεασμένο από τον θάνατο της μητέρας των Duplantier. Εδώ, η μπάντα χαμήλωσε λίγο τις ταχύτητες, αλλά ύψωσε το συναισθηματικό βάρος των τραγουδιών. Κομμάτια όπως το “Silvera” και το “Stranded” ξεχώρισαν αμέσως.
Στην κορυφή της μουσικής και της ιστορίας
Η εμφάνισή τους στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού, τον Ιούλιο του 2024, αποτέλεσε ιστορική στιγμή τόσο για το metal, όσο και για τον ίδιο τον θεσμό των Αγώνων. Παρουσίασαν το κομμάτι “Mea Culpa (Ah! Ça ira!)” σε συνεργασία με τη Marina Viotti, μία κορυφαία mezzo-soprano της διεθνούς σκηνής.
Το τραγούδι ήταν μια τολμηρή σύνθεση. Συνδύαζε τη γνώριμη ηχητική ένταση των Gojira με την κλασική φωνή της Viotti και αποσπάσματα από τον ιστορικό ύμνο της Γαλλικής Επανάστασης “Ça ira”, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που έμοιαζε περισσότερο με πολιτικο-καλλιτεχνική δήλωση, παρά με μία απλή μουσική εμφάνιση. Σαν μία σκοτεινή υπόμνηση του τι συμβαίνει όταν οι κοινωνίες παραβλέπουν τα λάθη τους.
Η επιλογή του “Ça ira”, με τη φράση “les aristocrates à la lanterne”, δηλαδή «οι αριστοκράτες στην αγχόνη», ξύπνησε μνήμες κοινωνικής εξέγερσης και πρόβαλε ένα μήνυμα ελπίδας και αγώνα, στο φόντο ενός παγκόσμιου αθλητικού γεγονότος. Οι Gojira δε χάιδεψαν αυτιά, προσέφεραν έναν ύμνο, όχι μόνο στη γαλλική ιστορία, αλλά και στη δυνατότητα του ανθρώπου για ενδοσκόπηση και αλλαγή.
Μαζί με τους θρύλους
Η επιλογή τους σε αυτό το πολύ σημαντικό event επιβεβαίωσε τη θέση τους στο παγκόσμιο πάνθεο του metal. Ήταν μια τελετουργική μεταβίβαση της σκυτάλης, από το ξεκίνημα του είδους στη δεκαετία του ’70, στη νέα γενιά που το κρατά ζωντανό και πολιτικά ενεργό.
Το ηχόχρωμα της συνείδησης
Οι Gojira αναπτύσσουν μία μουσική ταυτότητα που αψηφά τις συμβάσεις του metal. Συνδυάζουν πολυρυθμικά μοτίβα, πειραματισμό, «καθαρές» και brutal φωνές, συναισθηματικές κορυφώσεις και γήινες μελωδίες. Είναι μια μουσική που δεν σε καλεί να ξεχάσεις, αλλά να θυμηθείς, να αναλογιστείς και να δράσεις.
Αυτό που τους κάνει να ξεχωρίζουν δεν είναι μόνο ο ήχος τους, αλλά η θεματολογική τους πυξίδα. Η οικολογική κατάρρευση, η υπαρξιακή αγωνία, ο άνθρωπος ως καταστροφέας και θεραπευτής, όλα αυτά συνθέτουν ένα σπάνιο μείγμα αισθητικής, φιλοσοφίας και ακτιβισμού. Δεν κάνουν δηλώσεις για να προκαλέσουν, κάνουν μουσική που σε αναγκάζει να ακούσεις αυτό που ίσως δε θέλεις να δεις.
Η μπάντα ξεχωρίζει για τη συνεχή δράση της σε φιλανθρωπικούς και περιβαλλοντικούς σκοπούς. Έχουν συνεργαστεί με οργανώσεις όπως η Sea Shepherd και η Propeller, ενώ έχουν πραγματοποιήσει συναυλίες και έχουν διαθέσει merchandise για να συγκεντρώσουν χρήματα για διάφορες οικολογικές δράσεις. Επίσης έχουν στηρίξει οργανώσεις για τα δικαιώματα των ιθαγενών πληθυσμών της Αμαζονίας και συμμετείχαν σε φιλανθρωπικές συναυλίες για πυρόπληκτες περιοχές.
Η συνέπεια λόγου και πράξης είναι ίσως το πιο σπάνιο χαρακτηριστικό τους. Δε μιλούν απλώς για την καταστροφή του πλανήτη, αλλά ενεργούν με ευθύνη, προωθώντας τον ακτιβισμό μέσα από τη μουσική κουλτούρα.


