Συνεντεύξεις

Helldrifter

Ύστερα από τη κριτική του νέου δίσκου “Shell Of Inexistence” των ανερχόμενων Helldrifter, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον frontman της μπάντας, Βασίλη “Billy Kolins” Κολιντζίκη. Λίγο πριν τη δύση του ήλιου, συνδεθήκαμε μέσω Zoom και ξεκινήσαμε μια μεγάλη κι ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αφού σπάσαμε τον πάγο με χιούμορ, σχολιάζοντας τις διαφορές του καιρού μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, περάσαμε στην ουσία: η γέννηση των Helldrifter και η δημιουργία του νέου άλμπουμ.

Είσαι έτοιμος να ξεκινήσουμε;

Βεβαίως, βεβαίως.

Τέλεια, να ξεκινήσουμε με μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν. Πες μου, πως και πότε ξεκίνησε η ιστορία των Helldrifter;

Συγκεκριμένα, κατά το 2018 περίπου. Είχα φύγει από ένα σχήμα που κάναμε κάτι ανάλογο, κάτι σε στυλ groove/death metal από το οποίο δεν ήμουν πολύ ευχαριστημένος όσον αφορά, ρε παιδί μου, το όλο κλίμα στο συγκρότημα. Όλοι ήθελαν να πάμε σε μια διαφορετική κατεύθυνση και στην ουσία δεν καταλήξαμε σε κάτι το οποίο να ήταν ουσιώδες να πω και σιγά σιγά άρχισα να ψάχνω μέσω αγγελιών για άτομα για τη δημιουργία ενός συγκροτήματος. Γνώρισα και τον Βασίλη (σ.σ.: Μινόπουλο) ο οποίος είναι ο κιθαρίστας ,να πω, ένας από τους main συνθέτες των Helldrifter. Τον Kevin (σ.σ.: Ginow; τύμπανα) και τον Benny (σ.σ.: Hilpert; κιθάρα), ο οποίοι είναι κι αυτοί μέλη από το 2018, και τότε είχα γνωρίσει τον Adam (σ.σ.: Wiechowski; μπάσο) ο οποίος δεν είναι πλέον στο συγκρότημα, μπασίστας, και πλέον έχουμε τον Felix (σ.σ.: Axegrinder), ο οποίος προστέθηκε στο line-up φέτος.

Μάλιστα, κατάλαβα. Άρα, ουσιαστικά, οι Helldrifter δημιουργήθηκαν λίγο πριν τον κορονοϊό και τη καραντίνα!

Ναι, ναι…

Οπότε… Πως το αντιμετωπίσατε αυτό;

Στην ουσία δεν θέλαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι, ξέρεις κάτι, ίσως να υπάρξουν βδομάδες, μήνες, ίσως και χρόνος που θα υπάρχει κάποιο lockdown και να μην μπορούμε να κινηθούμε, να κάνουμε τα ραντεβού μας, για τις πρόβες, να ηχογραφήσουμε. Και όλα αυτά στην ουσία είχαν εμφανιστεί ως εμπόδια για να γίνει η πρώτη ηχογράφηση του πρώτου δίσκου αλλά κουτσά στραβά τη βγάλαμε. Ήταν μια δύσκολη περίοδος και νομίζω ότι ήταν ό,τι χειρότερο για να κάνεις ένα release γενικώς γιατί στην ουσία ήξερες πολύ καλά ότι δεν μπορείς να παίξεις σε συναυλίες που χρειάζεται ένα συγκρότημα μετά από μια κυκλοφορία, οπότε είμασταν στο σημείο να βγάλουμε το δίσκο και να πούμε ξέρεις κάτι; Όπου μας πάει. Σκοπός ήταν να κάνουμε αυτό που αγαπάμε πάνω από όλα και πιστεύαμε και ελπίζαμε ότι κάποια στιγμή θα χαλαρώσουν τα μέτρα για να παίξουμε σε συναυλίες.

Κατάλαβα… Κι όμως τα καταφέρατε όπως φαίνεται πλέον!

Ναι, ναι. Πλέον, εντάξει, έχουν αλλάξει τα πράγματα. Εντελώς άλλες συνθήκες. Είχαμε δυσκολευτεί πάρα πολύ τότε στην ηχογράφηση γιατί δεν μπορούσαμε να είμαστε όλοι παρόν στο στούντιο και νομίζω ότι αυτό σε κάποια σημεία της δουλειάς που θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει κάποια πράγματα περισσότερο, στο πρώτο δίσκο τουλάχιστον το “Lord Of Damnation” δεν τα κάναμε αλλά τουλάχιστον βγήκε έτσι όπως βγήκε. Νομίζω ότι είναι αντιπροσωπευτικό της εποχής εκείνης.

Μάλιστα, είναι σίγουρα ένα εξαιρετικό, ακατέργαστο κομμάτι! Τόσο το πρώτο άλμπουμ όσο και το δεύτερο. Κάνοντας έναν  απολογισμό των τελευταίων πέντε χρόνων, που ουσιαστικά είστε επίσημα ενεργοί ως συγκρότημα, πως νιώθετε έχοντας καταφέρει να βγάλετε δύο δυνατούς δίσκους;

Καταρχήν, εντάξει, νομίζω ότι δεν υπάρχει μουσικός ο οποίος να μην είναι υπερήφανος για τη μουσική που έχει κυκλοφορήσει γιατί τα αισθάνεται λες και είναι τα παιδιά του βασικά. Και νομίζω ότι όσο περνάνε τα χρόνια κι έχουμε δεθεί ως συγκρότημα αυτό το οποίο έχει μείνει, βασικά η μουσική που έχει μανιφέστο, είτε είναι σε CD είτε σε βινύλιο είτε είναι διαδικτυακά, νομίζω ότι πάνω από το ότι είμαστε υπερήφανοι για αυτό που κάναμε, ελπίζουμε, πιστεύουμε ότι τουλάχιστον έχουμε αγγίξει με αυτό που κάναμε ανθρώπους ο οποίοι θέλουν να ακούσουν το συγκεκριμένο είδος – όχι με το τρόπο ο οποίος παρουσιάζεται πλέον με το μοντέρνο ήχο – αλλά με εκείνο τον ήχο των ‘90s, έτσι όπως τον ξέραμε από τότε. Και μας χαροποιεί βασικά πολύ όταν ακούμε ανθρώπους οι οποίοι στην ουσία βρήκαν σε εμάς αυτό που ψάχνανε σε εκείνη την ρετρό εποχή. Μας χαροποιεί αρκετά.

Κι εμάς το ίδιο σαν fans μας χαροποιείτε γιατί θεωρώ ότι είναι πολύ δύσκολο να καταφέρει κάποιος να πετύχει αυτή τη 90s old-school χροιά. Και μου κάνετε μια ενδιαφέρουσα πάσα, γιατί ήταν μια πιο «παρακάτω» ερώτηση. Πως καταφέρνει, λοιπόν, ένα συγκρότημα της σύγχρονης εποχής να πετύχει αυτόν τον ‘90s vibe παραμένοντάς πάντα αυθεντικό και πρωτότυπο;

Νομίζω ότι κατά κύριο λόγο είναι ότι όλοι στο συγκρότημα ακούμε συγκροτήματα εκείνης της εποχής και κυριότερα έχουμε τους αγαπημένους μας δίσκους οι οποίοι είναι κι αυτοί των ‘90s σαφώς. Τώρα συζητάμε για At The Gates, Carcass, Death και τα λοιπά, εντάξει, νομίζω ότι τα δυο από τα τρία συγκροτήματα έχουν το peak τους εκεί, στα ‘90s. Σαφώς και ψαχτήκαμε με τον εξοπλισμό, με τους ενισχυτές με τους οποίους θα παίξουμε στο στούντιο και θα γίνει ηχογράφηση. Πολλοί πιστεύουν ότι όταν προσπαθείς να προσεγγίσεις έναν τέτοιον ήχο, ότι ξέρεις κάτι; Έλα μωρέ έχει να κάνει με το budget του συγκροτήματος. Κάθε άλλο. Η παραγωγή στην ουσία είναι στο ίδιο κόστος με μια παραγωγή η οποία θα μπορούσε να γίνει και πιο μοντέρνα. Η μόνη διαφορά είναι ότι εμείς θέλαμε να παίξουμε από τους συγκεκριμένους ενισχυτές και να προσπαθήσουμε να έχουμε τον ήχο στα τύμπανα όπως τον ξέρουμε από τα ‘90s. Και νομίζω ότι ιδιαίτερα στον τελευταίο δίσκο, στο “Shell Of Inexistence”, όταν τις πρώτες στιγμές ακούσαμε τα πρώτα δύο τρία κομμάτια μετά τη πρώτη μίξη θεωρήσαμε ότι εντάξει αυτό θέλουμε οπωσδήποτε! Δηλαδή, μας είχε αγγίξει τόσο πολύ αυτός ο ήχος που είπαμε ότι εντάξει δεν θέλουμε να πάμε σε κάτι πιο μοντέρνο. Αφού και ο παραγωγός μας, ο Rolland, μας είχε ρωτήσει: «Είστε σίγουροι ότι θέλετε να κάνετε αυτό;» και νομίζω ότι δεν υπήρχε αντίλογος. Δηλαδή, δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να πούμε ότι ξέρεις κάτι; Πάμε να κάνουμε λίγο κάτι σε πιο 2020 ήχο για παράδειγμα. Αυτά όλα έχουνε παιχτεί, σαφώς και υπάρχουν αξιόλογες δουλειές. Αλλά νομίζω ότι όταν κάτι σε αγγίζει έτσι και είναι αυτό το οποίο πιστεύεις ότι σε χαρακτηρίζει και ως μουσικό σου βγαίνει πιο αυτούσια να το κάνεις ο ίδιος.

Συμφωνώ απόλυτα με την άποψη σου! Ως οπαδός πάντα…και μιλώντας για τον ήχο, πόσο χρειάστηκε να πειραματιστείτε για να βρείτε, να αιχμαλωτίσετε τον δικό σας αυθεντικό ήχο που θα είναι η ταυτότητα σας;

Σε αυτό το δίσκο τουλάχιστον μπορώ να πω έναν χρόνο δουλεύαμε. Για να βρούμε αυτό το συγκεκριμένο ήχο που ακούσατε στον τελευταίο δίσκο. Είναι κάτι το οποίο ήταν δύσκολο να το προσεγγίσουμε γιατί ακόμα κι αν έχεις ρε παιδί μου το συγκεκριμένο ενισχυτή από το συγκεκριμένο δίσκο που ακούσαμε από τη συγκεκριμένη μπάντα, σαφώς είναι και το παίξιμο, είναι τα ηχεία τα οποία θα χρησιμοποιήσεις σαφώς με το συγκεκριμένο ενισχυτή. Πολλά settings τα οποία δουλέψαμε μήνες για μήνες ολόκληρους στο στούντιο μέχρι να φτάσουμε στο σημείο να πούμε ότι οκ πιστεύουμε ότι έχουμε αγγίξει αυτόν τον ήχο. Και το άλλο είναι ότι κάποια στιγμή όσο ακούς κι ακούς και περισσότερο δουλεύεις πάνω στον ήχο σου, κάποια στιγμή έχεις φτάσει στο σημείο να μην μπορείς να διακρίνεις αν έχεις κάνει κάποια πρόοδο γιατί συνεχίζεις και λες, OK κάνω adjustments εδώ, προσπαθώ να βάλω λίγο eq εκεί και OK, φτάνεις στο σημείο να αναρωτιέσαι «έχω κάνει κάτι διαφορετικό;». Αφήσαμε και δύο μήνες ενδιάμεσα για να το χωνέψει το μυαλό μας βασικά πως λειτούργησε. Κάποια στιγμή όταν ξαναμπήκαμε στο στούντιο, νομίζω ήταν το καλοκαίρι πριν κάνουμε τη τελευταία μίξη, ξαναμπήκαμε στο στούντιο, ακούσαμε και, εντάξει, καταλάβαμε ότι ξέρεις κάτι; Αγγίξαμε τον ήχο που θέλαμε.

Μάλιστα! Πολύπλοκη διαδικασία αλλά νομίζω ότι στο τέλος όταν βλέπετε να έχει δημιουργηθεί το έργο σας είναι συγκίνηση, έτσι;

Ναι, ναι! Πραγματικά, πραγματικά! Ισχύει.

Λοιπόν, μου είπες πριν, σχετικά με τη καραντίνα, ότι ουσιαστικά την εποχή αυτή αντιπροσωπεύει ο πρώτος σας δίσκος. Το “Shell Of Inexistence” τι αντιπροσωπεύει για εσάς;

Νομίζω ότι με το “Shell Of Inexistence” καταφέραμε στο 100% να κάνουμε αυτό που θέλαμε να κάνουμε στο πρώτο δίσκο. Δηλαδή ρίξαμε τη δουλειά η οποία μας έλειψε στο πρώτο δίσκο και στην ουσία ήταν κάτι προς το τέλος, πριν κυκλοφορήσουμε το πρώτο δίσκο. Ήταν ένα κομμάτι στο οποίο λέγαμε «ΟΚ, ίσως να κάνουμε τα overdubs», να περιμένουμε λίγο περισσότερο, και ξέρεις, θέλεις όμως να κυκλοφορήσεις τη μουσική σου. Οπότε, σε αυτόν τον ήχο δεν είχαμε το άγχος και το στρες γιατί μας έδωσε και η δισκογραφική εταιρεία το χρόνο να τελειοποιήσουμε το δίσκο έτσι όπως θέλαμε. Πήγα και ξανά στο στούντιο, έκανα κάποια overdubs στα φωνητικά, τα οποία θεωρήσαμε ότι είναι απαραίτητα για να ακούγονται τα φωνητικά έτσι όπως ακούγονται στο δίσκο. Αλλά πιστεύω ότι στο 100% ήταν πραγματικά αυτό που θέλαμε να κάνουμε στο πρώτο δίσκο όπου οι συνθέσεις ήταν έτοιμες αλλά δυστυχώς δεν μπορέσαμε να αφιερώσουμε το χρόνο που χρειάστηκε στο στούντιο για να γίνει αυτό που θέλαμε πραγματικά.

Κατάλαβα… Αν θα έπρεπε να επιλέξετε από το κάθε δίσκο ένα τραγούδι που να αποτελεί το καθρέφτης σας ακριβώς σαν μπάντα ποιο θα ήταν αυτό;

Στο πρώτο δίσκο για μένα προσωπικά θα πω το ομότιτλο του δίσκου, το “Lord Of Damnation” και στο “Shell Of Inexistence” θα πω το “Reckoning In Blood”, γιατί νομίζω είναι το κομμάτι στο οποίο πειραματιστήκαμε αρκετά και ήταν ένα τραγούδι το οποίο στην αρχή δεν ξέραμε αν θα μας πετύχει έτσι όπως… στο τέλος βγήκε το κομμάτι και με εντυπωσίασε και μου άρεσε τόσο πολύ που ήταν ένα από τα κομμάτια. Ξέρεις, οι μουσικοί δεν ακούν τη μουσική τους όταν γίνεται η ηχογράφηση, θέλουν να κρατήσουν απόσταση από αυτό που έχω κάνει, τα έχω ακούσει χίλιες φορές, τα ξέρω, τα παίζω, πάω σπίτι και είμαι ΟΚ. Αλλά το “Reckoning In Blood’’ είναι ένα τραγούδι που ακούω σχεδόν καθημερινά.

Και πολλοί άλλοι οπαδοί υποθέτω!

Ναι, σίγουρα! Ελπίζω δηλαδή! (γέλια)

Εγώ το πιστεύω.

OK!

Σχετικά με τους στίχους, προφανώς κι έχουν εκπληκτικό βάθος. Πως προσεγγίζετε τη διαδικασία του γραψίματος των στίχων και πως επιλέγετε τελικά για ποια θεματολογία θα μιλήσετε ακριβώς;

Είμαι άνθρωπος ο οποίος επηρεάζομαι αρκετά από γεγονότα. Είτε έχει να κάνει με ειδήσεις,  είτε έχει να κάνει με κάποιο βιβλίο που έχω διαβάσει, είτε κάποιες σκέψεις τις οποίες έχω κάνει στο παρελθόν κι έψαχνα τις απαντήσεις κλπ. Τώρα τα κομμάτια, ιδιαίτερα όσον αφορά τον υπαρξιακό χαρακτήρα, είναι τραγούδια τα οποία οι στίχοι τους οποίους έχω γράψει πριν έξι-εφτά χρόνια και πρόσθετα ανά ένα-δύο χρονάκια, καθόμουν και διάβαζα ξανά τους στίχους και πρόσθετα από μια δύο σειρούλες. Κι όταν έχω φτάσει στο σημείο να θεωρήσω ότι έχω κάνει ένα κείμενο άρχισα να το επεκτείνω με ρεφραίν και να τα δουλεύω στα κομμάτια. Ιδιαίτερα τα pro κομμάτια του δίσκου όπως είναι το “Cosmic Justice” και το ομώνυμο “Shell Of Inexistence”, είναι στίχοι που είχαν ξεκινήσει να γράφονται περίπου πριν έξι-εφτά χρόνια. Ακόμα και πριν δημιουργηθεί το συγκρότημα. Τώρα απ’ τα άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα τον αντιπολεμικό χαρακτήρα σε κάποια κομμάτια, είναι κι αυτά στίχοι που έχω γράψει τρία-τέσσερα χρόνια και πίστευα εκείνη την εποχή τουλάχιστον ότι σαν ανθρωπότητα έχουμε φτάσει στο σημείο να έχουμε αφήσει τους πολέμους στο παρελθόν και σιγά σιγά ηρεμεί η κατάσταση στο κόσμο. Κι όπως βλέπουμε τα γεγονότα, κάθε άλλο παρά έχουν καλυτερεύσει. Οπότε ήταν νομίζω στο χρόνο τον οποίο γράφτηκαν ήταν κατάλληλα να κυκλοφορήσουν. Από τη μια με φοβίζει λίγο αυτό γιατί, ξέρεις, γράφεις κάτι και λες OK, να πούμε και την αλήθεια, έχουν γραφτεί για τη συγκεκριμένη θεματολογία, κάτι αντιπολεμικό, horror κλπ από χιλιάδες συγκροτήματα. Αλλά αυτό που πιστεύω ότι έχει γίνει σωστά σε αυτό το δίσκο νομίζω είναι θέματα τα οποία απασχολούν γενικώς όχι μόνο τον εαυτό μου, αυτά που έχω στο κεφάλι μου, αλλά γενικώς τη κοινωνία τα οποία κάθεσαι και συζητάς. Τώρα πας κάθεσαι με φίλους σου για καφέ, πας για μια μπυρίτσα και όλο και θα πέσει μια συζήτηση για τα θέματα τα οποία αφορούν κοινωνικά, για πολέμους γενικώς που έχουμε γύρω μας , τα καθημερινά προβλήματα τα οποία έχουμε, τα οικονομικά, τα θέματα σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και νομίζω ότι αυτό που καταφέραμε πολύ καλά σε αυτόν το δίσκο είναι να τον κάνουμε να εκπροσωπεί μια, να το πω έτσι, μια εποχή και κάποιες γενιές με θέματα τα οποία θα συνεχίσουν να υπάρχουν και δεν θα λύνονται με τη πάροδο των χρόνων, έτσι όπως πιστεύαμε ρομαντικά στα 90s, ό,τι εντάξει προχωράμε προς το καλύτερο.

Κατάλαβα και συμφωνώ απόλυτα. Νομίζω ότι είναι τρομερά επίκαιροι οι στίχοι του “Shell Of Inexistence”.

Ναι, ναι.

Σχετικά με τους στίχους αυτού του άλμπουμ, θεωρείτε ότι το κρυφό μήνυμα που χρησιμοποιεί ως αλληγορία τον πόλεμο είναι η υπαρξιακή απομόνωση;

Ναι, ισχύει. Γιατί στην ουσία έχουμε φτάσει σε ένα σημείο ως είδος να φτάνουμε σε ένα σημείο όπου εν τέλει να μην είμαστε να το πω ευχαριστημένοι με το τρόπο ζωής τον οποίο έχουμε, με τις ευκολίες τις οποίες έχουμε όλες γύρω μας, στην ουσία το μίσος μεταξύ των ανθρώπων είναι κάτι το οποίο δημιουργείται με τη πάροδο των χρόνων και ιδιαίτερα με θέματα που έχουν θαφτεί χρόνια ολόκληρα και πηγαίνουν στους αιώνες, σε εποχές όπου οι άνθρωποι σφάζονταν για μια καλύβα στην ουσία. Και περισσότερο κοιτούσε η ανθρωπότητα να λεηλατήσει όσο περισσότερο γίνεται, είτε έχει να κάνει με τη φύση, είτε έχει να κάνει με αγαθά είτε έχει να κάνει με πλούτο και νομίζω ότι όταν η ανθρωπότητα δίνει βάση στην ουσία σε πράγματα τα οποία δεν της δίνουν το έναυσμα να προχωρήσει παρακάτω, να αρχίσουμε να ανακαλύπτουμε νέα πράγματα, είτε είναι, να το πάμε σε λίγο πιο extreme φάση, είτε είναι να κοιτάξουμε το πως θα κάνουμε το επόμενο διαγαλαξιακό ταξίδι, να προχωρήσουμε ως είδος, να κοιτάξουμε να έχουμε στο πλανήτη μια πιο υγιής κατανομή των αγαθών, υπερ-κατανάλωση, τη καταστροφή της φύσης στην ουσία έχουμε φτάσει στο σημείο να διαλύουμε ένα πλανήτη μόνο και μόνο για να καλύψουμε κάποιες ανάγκες τις οποίες δεν τις έχουμε. Και πιστεύω ότι αν το πάρουμε με βάση τα στοιχεία τα οποία έχουμε στο παρελθόν, εάν συνεχίσουμε κατά αυτό το τρόπο να πράττουμε ως ανθρωπότητα, πιστεύω ότι δεν θα φτάσουμε στο σημείο να ξεφύγουμε από αυτό που λέμε σε αυτό το πλανήτη, από την απόλυτη καταστροφή. Είτε θα φτάσουμε στο σημείο να κάνουμε κάποιο πυρηνικό πόλεμο και να βρεθούμε, να το πω λιανά ,σε μια κατάσταση αυτοκαταστροφής ή στην ουσία θα φτάσουμε στο σημείο να μην έχουμε τα resources όπως λέμε και στα αγγλικά, για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Γιατί στην ουσία αυτό που κάνουμε είναι ένας πόλεμος επιβίωσης για το τίποτα και καμία απολύτως εξέλιξη.

Άρα θεωρείτε, λοιπόν, μέσα από όλα αυτά ότι η μοναδική διαφυγή είναι να εκμηδενιστούμε υπαρξιακά και να ξεκινήσει η εξέλιξη από την αρχή.

Ναι, ναι.

Και πάλι τα ίδια θα κάνουμε!

Ακριβώς, δηλαδή ακόμα και αν η φύση καταφέρει να μας εξοντώσει βασικά, να το πω έτσι λιανά, και να φτάσουμε στο σημείο να μείνουν κάποιοι χιλιάδες άνθρωποι σε αυτό το πλανήτη και να ξεκινήσουν από το μηδέν, πάλι τα ίδια θα κάνουμε. Είμαστε δηλαδή, ικανοί να μην εξελιχθούμε καθόλου! Δηλαδή πόσο ακόμα να συνεχιστεί όλο αυτό το πράγμα, μιλάμε για τουλάχιστον, ιστορικά, για χιλιάδες χρόνια πολέμων, λιμών, εκμετάλλευσης  και ούτω καθεξής.

Ουσιαστικά η εξέλιξη είναι εκεί που δεν κοιτάνε αυτοί που θέλουν να εξελιχθούν!

Ναι.

Δυστυχώς. Πάμε σε κάτι λίγο πιο γενικό. Αν πάρουμε το metal ως ένα σύμπαν, θεωρείς ότι μένει αναλλοίωτο στο χρόνο και στις εποχές ή ότι αλλάζει; Και ποια πιστεύεις ότι είναι η θέση της στη σημερινή κοινωνία;

Πολύ καλή ερώτηση! Νομίζω ότι το metal, γενικώς το rock, metal νομίζω ότι είναι είδη τα οποία έχουν ένα σχετικά παραδοσιακό κοινό, το οποίο είναι, να το πω ξεροκέφαλο από τη μια; Ότι ξέρεις κάτι δεν είμαι μόνο πορωμένος, φανατικός μεταλλάς αλλά πιστεύω ότι αυτό το οποίο έχει καταφέρει το metal σχετικά με άλλα είδη μουσική είναι ότι έχει μείνει τουλάχιστον όσον αφορά στο μήνυμα το οποίο πάει να περάσει αναλλοίωτο. Είτε έχει να κάνει με μπάντες οι οποίες είναι πιο γραφικές όπως είναι οι Manowar κλπ, χωρίς να θέλω να τα θίξω τα παιδιά, έτσι, είτε έχουν να κάνουν με συγκροτήματα τα οποία ασχολούνται με πιο κοινωνικά θέματα είτε έχουν να κάνουν με θέματα όσον αφορά τη σκηνή την ίδια, το glam rock, όλο αυτό το σκηνικό, νομίζω ότι είναι μουσική η οποία θα μείνει για πάντα. Πιστεύω ότι είναι μια μουσική η οποία έχει βρει τη θέση της στη κοινωνία, και σχετικά άμα το συγκρίνουμε με τις εποχές, εγώ τουλάχιστον έχω ζήσει τα 90s,κάποιοι άλλοι έχουν ζήσει και τα ‘80s και τα ‘70s κλπ, πλέον η κοινωνία είναι πιο ανοιχτή στο metal. Έτσι όπως κυκλοφορούμε σήμερα με τα μακριά μαλλιά ,κάποιοι άνθρωποι νομίζω ότι στα ‘80s και στα ‘70s φάγανε πολύ booling για να μπορούμε σήμερα να είμαστε λίγο πιο ελεύθεροι τουλάχιστον όχι μόνο μουσικά αλλά και εμφανισιακά. Και πιστεύω ότι λόγω του ότι υπάρχουν συγκροτήματα τα οποία εξελίσσουν τον ήχο και το τρόπο που γράφουν τραγούδια προσπαθούν να μιξάρουν διάφορα στοιχεία από άλλα είδη, να τα παντρέψουν και να φτιάξουν κάτι καινούργιο, εγώ είμαι θετικός στην εξέλιξη του είδους. Δεν μου αρέσει να είμαι κολλημένος, ότι ξέρεις κάτι πρέπει να ακούγεται μόνο έτσι όπως ακούγονταν τα συγκροτήματα του ’80, όπως οι Maiden, Metallica… Όλα είναι θεμιτά και σαφώς υπάρχουν ωραίες μπάντες οι οποίες πιάνουν το ρετρό στοιχείο και το φέρνουν στο σήμερα αλλά μου αρέσουν πάρα πολύ συγκροτήματα όπως οι Villages Of Ioannina City, οι οποίοι παίρνουν και στοιχεία ελληνικού folklore και τα παντρεύουν γενικώς στη μουσική. Πιστεύω ότι είναι μια μουσική η οποία συνεχίζει να έχει μέλλον ακριβώς για αυτό, γιατί ο κόσμος τολμάει να δουλέψει με καινούργιες ιδέες και ο κόσμος σιγά σιγά ανοίγεται περισσότερο πιστεύω. Ιδιαίτερα οι νέοι οπαδοί του είδους.

Αυτό, άλλωστε δεν ήταν και η βάση του metal από την αρχή; Να υπάρχει ένα όραμα.

Ναι, ισχύει.

Τέλεια! Ως μέλος, frontman, μιας σύγχρονης μπάντας, από το ξεκίνημα μέχρι και σήμερα, ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε;

Πολύ καλή ερώτηση. Αυτό το οποίο πιστεύω ότι δεν ήξερα στην αρχή και το ξέρω τώρα και είναι ένα κομμάτι το οποίο είναι βάση γενικώς αν θέλεις να κάνεις ένα συγκρότημα σήμερα όσο αφορά τις κινήσεις που κάνεις είναι κάτι το οποίο νομίζω ότι όλα τα συγκροτήματα το βρίσκουν μπροστά τους, είναι οι διασυνδέσεις στη σκηνή. Δηλαδή όσο συνεχίζεις να φτιάχνεις  γνωριμίες και να κάνεις τις διασυνδέσεις σου. Δεν είναι η μουσική ή το marketing που παρουσιάζει το κάθε συγκρότημα το βασικό συστατικό για να προχωρήσεις διότι θα χρειαστείς ανθρώπους κάποια στιγμή οι οποίοι θα σε βοηθήσουν να κάνεις το επόμενο βήμα. Βέβαια έχουμε φτάσει, δυστυχώς, και σε κάποιους τομείς, σε σημεία τα οποία βρίσκουν τα συγκροτήματα βάζουν τα εμπόδια στον εαυτό τους γιατί δεν θέλουν να, ξέρεις, όταν σου λέει εγώ παίζω σε ένα συγκρότημα, είμαι μουσικός, δεν θέλω να κάνω δημόσιες σχέσεις, θέλω να κάνω μόνο αυτό. Αλλά θέλει το συγκρότημα να κάνει μια δουλειά η οποία θα περάσει εμπορικά, αν δεν κάνεις γνωριμίες και δεν κάνεις διασυνδέσεις δεν θα προχωρήσεις. Και το άλλο είναι ότι νομίζω ότι σε αυτό φταίνε οι ίδιοι οι μουσικοί, νομίζω ότι το έχουν όλοι, όχι μόνο στην Ελλάδα, είναι ότι θέλουμε να πάμε στο βήμα δέκα ενώ βρισκόμαστε στο πρώτο βήμα και απογοητεύονται αρκετοί στη σκηνή όταν βλέπουνε ότι, ξέρεις κάτι, δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, ότι δεν θα παίξεις μέσα σε ένα χρόνο στο Wacken, ή δεν θα παίξεις στο Hellfest σε ένα εξάμηνο επειδή έφτιαξες τη δισκάρα. OK, υπάρχουν πολύ καλές δουλειές από νέες μπάντες αλλά καλό θα ήτανε να μείνουμε ρεαλιστές και να είμαστε αφοσιωμένοι στη δουλειά και τους ανθρώπους τους οποίους γνωρίζεις πάντοτε να τους εκτιμάς ακόμα κι αν περάσουν τα χρόνια και να εκτιμάς αυτό που κάνανε για σένα. Είτε είναι κάποια συγκροτήματα που βοήθησες να παίξουνε μαζί σου είτε έχεις πάει σε περιοδεία με κάποιους ανθρώπους, κάποιον booker, κάποιον promoter. Αρκετοί άνθρωποι όσο προχωράνε ξεχνάνε και τους ανθρώπους οι οποίοι τους έχουν βοηθήσει στη πορεία. Αλλά το βασικό είναι να μπορείς να γράψεις μετά από δύο χρόνια σε έναν άνθρωπο και να πεις «Ξέρεις κάτι ρε φίλε; Έχουν περάσει δύο χρονάκια, βλέπω εδώ μια ημερομηνία, τρεις Φεβρουαρίου στο Βέλγιο ξέρω ’γω παίξαμε μαζί». Να ανταλλάξεις δύο, τρεις κουβέντες. Και μερικές φορές με στεναχωρεί γιατί έχουμε συναντηθεί με αρκετούς ανθρώπους τα τελευταία χρόνια. Εμένα μου αρέσει να κρατάω τις επαφές μου γιατί νομίζω ότι αυτό το ταξίδι και τα βήματα που κάνεις είναι στην ουσία κι αυτό που εκπροσωπεί το metal. Δηλαδή, αν ήταν όλοι με τη μία να πάμε, τσαφ, να γίνουμε rock stars κάποια μέρα, εντάξει. Δεν το απολαμβάνεις. Πρέπει να περάσεις και τις δυσκολίες, πρέπει να γνωρίσεις ανθρώπους, όλα αυτά είναι, πρέπει να λειτουργήσει έτσι σαν ένα πάντρεμα, σαν μια οικογένεια.

Μάλιστα, και σε αυτό πόσο θεωρείτε συμβάλλει ή όχι η τεχνολογία; Είναι βοήθημα ή παγίδα τελικά;

Η τεχνολογία σαφώς μπορώ να πιστέψω ότι πλέον με τα κινητά έχουμε τη δυνατότητα να επικοινωνούμε με ανθρώπους ανά πάσα στιγμή. Μπορώ να φανταστώ τώρα ένα συγκρότημα πως είναι οι Rotting Christ την εποχή που ξεκινήσανε δεν είχαν τα τεχνολογικά μέσα, να γράφει ο Σάκης Τόλης ή ένα συγκρότημα στη Σουηδία “Γεια, ξέρεις κάτι, να κανονίσουμε να κάνουμε μια συναυλιούλα κλπ ή να ανταλλάξουμε κάποιο υλικό”. Και σήμερα έχεις τη δυνατότητα να κάνεις τα πάντα. Νομίζω ότι όσον αφορά την επικοινωνία έχουν γίνει μεγάλες διευκολύνσεις. OK, τα social media σαφώς είναι ένα μεγάλο κομμάτι για το marketing ενός συγκροτήματος και την απευθείας επικοινωνία, να το πω έτσι, με ανθρώπους που ακούν τη μουσική. Τώρα, τα αρνητικά της όλης υπόθεσης με τη τεχνολογία σαφώς πιστεύω ότι όλοι γνωρίζουμε λίγο πολύ για τη πειρατεία η οποία έχει συμβάλλει, να το πω, όχι στη καταστροφή της σκηνής, αλλά έχει συμβάλλει πάρα πολύ στο τρόπο με τον οποίο καταναλώνουμε ή ακούμε σήμερα μουσική. Δεν μου αρέσει και η λέξη «κατανάλωση». Στο ότι ακούμε μουσική, γενικώς τέχνη. Έχει πέσει η αξία της μουσικής πάρα πολύ όσον αφορά το χρηματικό στην αγορά. Αλλά η ουσία, για το τρόπο με τον οποίο θα βρεις μουσική ή θα ανακαλύψεις μουσική έχει διευκολυνθεί σαφώς. Δηλαδή, έχεις το Spotify, έχεις το Youtube. Κάθεσαι, μπορείς να κοιτάξεις ανά πάσα στιγμή αν έχει δημιουργηθεί κάποια καινούργια μπάντα, να ακούσεις ένα ενδιαφέρον είδος κλπ. Όλα αυτά δεν τα είχαμε στο παρελθόν. Πήγαινες σε ένα δισκάδικο ή αυτό που θα άκουγες στο ράδιο, στο Rock Radio Θεσσαλονίκης ξέρω γω κλπ, το οποίο άκουγα την εποχή των ‘90s όσον αφορά τις κυκλοφορίες. Ή θα πας στο δισκάδικο θα ρωτήσεις, θα ρωτήσεις τους φίλους σου, OK. Υπήρχε το ωραίο κομμάτι που έκανες tape trading, έκανες μια κασέτα ή έκανες την ανταλλαγή. Ήταν ωραίες εποχές, OK. Αλλά νομίζω ότι σήμερα είναι πολύ πιο εύκολα τα πράγματα. Τώρα όσον αφορά την αγορά των CDs, των βινυλίων και τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος στην ουσία φέρνει τη μουσική στο σπίτι του, αυτό νομίζω ότι δεν μπορούμε να το λύσουμε εύκολα. Ό,τι έγινε, έγινε. Ας προχωρήσουμε παρακάτω.

Πολύ ωραία. Πάμε τώρα σε μια πιο προσωπική ερώτηση.  Ήταν ο καλλιτέχνης, ένα τραγούδι, ένας στίχος, μια αφορμή για να σας πείσει να κυνηγήσετε το όνειρό σας και να το κάνετε πραγματικότητα;

Νομίζω ότι όταν άκουσα το “Symbolic” των Death για πρώτη φορά είχα δεθεί τόσο πολύ με το δίσκο και με τη θεματολογία την οποία είχε ο δίσκος, με τον τρόπο που είχε γίνει η προσέγγιση γενικώς  στο death metal από τον Chuck σε εκείνον το δίσκο ήταν πολύ ξεχωριστή. Και μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσα το death metal μπορούσε μόνο να καλύψει αυτό το κλισέ του core, του  horror κλπ, το οποίο είναι OK, είναι καλή φάση και ενδιαφέρον και γράφω μερικές φορές κάποια κομματάκια  τα οποία θα έχουν έτσι λίγο μια πιο παραδοσιακή horror θεματολογία. Αλλά νομίζω ότι ο Chuck πήρε ένα είδος το οποίο στην ουσία ήταν αρκετά κλισέ και μονότονο στη προσέγγιση του και το εξέλιξε σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα. Δηλαδή δεν νομίζω να υπήρχε καλλιτέχνης ο οποίος θα μπορούσε να το πάει σε άλλο επίπεδο για εκείνη την εποχή. Σαφώς τώρα υπάρχουν και συγκροτήματα τα οποία το έχουν εξελίξει ακόμα περισσότερο αλλά για εκείνη την εποχή ήταν κάτι πρωτοποριακό. Και όταν τον άκουσα είπα ότι οκ θα ήθελα να κάνω αυτό το είδος και να το προσεγγίσω κατά αυτόν τον τρόπο.

Υπέροχο! Φτάσαμε στη τελευταία ερώτηση πριν το τέλος και αφορά στο μέλλον. Τι αναμένεται από εδώ και πέρα για τους Helldrifter και πόσο πιθανό είναι να σας δούμε σε ένα live στην Ελλάδα σύντομα;

Οι πιθανότητες είναι πολύ υψηλές, τώρα να το πιάσω λίγο το θέμα όσον αφορά τις συναυλίες στην Ελλάδα. Είχαμε κάνει κάποιες συζητήσεις με έναν promoter για φέτος. Αλλά θα γίνει προσέγγιση του χρόνου γιατί θα είναι οι συνθήκες πολύ καλύτερες. Τώρα όσον αφορά το μέλλον, αυτό που κοιτάζουμε αυτή τη στιγμή σαφώς είναι να παίξουμε τις συναυλίες για το δίσκο. Να περιοδεύσουμε το δίσκο γενικώς και να παίξουμε όσες περισσότερες συναυλίες μπορούμε. Έχουμε μια περιοδεία η οποία ξεκινάει τον Οκτώβριο και τελειώνει τον Δεκέμβριο με κάποια διαλείμματα στο μεσοδιάστημα (σ.σ.: η συνέντευξη έγινε μέσα Σεπτεμβρίου). Του χρόνου θα κοιτάξουμε να αφοσιωθούμε λίγο περισσότερο σε κάποια φεστιβάλ και παράλληλα να δουλέψουμε νέο υλικό για επόμενο δίσκο, το οποίο να πω είμαστε οκ κοντά στο 10-15%. Δεν υπάρχει κάτι για το οποίο να έχει τελειώσει όσον αφορά τη νέα μουσική. Θέλουμε να δουλέψουμε κάποιες νέες ιδέες ,αλλά, θα μείνουμε στη βάση του ήχου γενικώς και στη βάση σε αυτό που κάνουμε. Θα μείνουμε πιστά στον ήχο μας γενικώς.

Τέλεια. Φτάσαμε στο τέλος. Ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας, χάρηκα πολύ που τα είπαμε κι εύχομαι καλή επιτυχία.

Κι εγώ ευχαριστώ. Να είστε καλά, ευχαριστώ πάρα πολύ και ίσως να τα πούμε και στο μέλλον ξανά.

Συνέντευξη: Μαργαρίτα Totentanz

Official Website
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Band Members:
Felix Axegrinder – Μπάσο
Kevin “Guenni“ Ginnow – Τύμπανα
Ben Hilpert – Κιθάρες
Βασίλης Μινόπουλος – Κιθάρες
Billy Kolins – Φωνητικά

Discography
Lord Of Damnation, 2021
Shell Of Inexistence, 2025

harmoniabannerbig - 728|90|harmoniabannerbig||https://harmoniapr.com/about-us/|both
20000
110

Related posts

Leave a Comment

Leave a review

X