Firehouse, Pretty Maids, Bonfire

haursen2 - 728|90|haursen2||https://www.facebook.com/HaursensGuitarWorkshop/|bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||bothOM 2020 728×90 - 728|90|OM 2020 728×90|||bothRussian Circles 728×90 - 728|90|Russian Circles 728×90|||bothGreek Rebels Advert Feb 2018_728x90 - 728|90|Greek Rebels Advert Feb 2018_728x90||https://www.facebook.com/GreekRebels/|bothEclipse 728×90 - 728|90|Eclipse 728×90|||bothBob-Katsionis_728x90 - 728|90|Bob-Katsionis_728x90|||bothnano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothdeafheaven 728×90 - 728|90|deafheaven 728×90|||both
20000
110

Firehouse, Pretty Maids, Bonfire

Κυριακή 17 Οκτωβρίου, Gagarin 205

Το βράδυ της 17ης Οκτωβρίου ήταν η ιδανικότερη επιλογή για ένα rockά που δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Εξάλλου δε βλέπεις συχνά Firehouse, Pretty Maids και Bonfire να μοιράζονται μαζί την ίδια σκηνή. Πόσο μάλλον όταν το αντίτιμο του εισιτηρίου είναι σε λογικά πλαίσια. Φτάνοντας έξω από το Gagarin γύρω στις 18:30, είμασταν δεν είμασταν 100 άτομα- νεαρής κυρίως ηλικίας. Πάντως φαινόταν από νωρίς ότι μέσα θα γινόταν το “σώσε” καθώς μέχρι και την τελευταία στιγμή κοβόντουσαν εισιτήρια. Οι πόρτες άνοιξαν στις 19:00, όπως ακριβώς έγραφε το εισιτήριο (πράγμα σπάνιο πλέον σε ελληνικές διοργανώσεις). Μετά από μερικά σύντομα soundchecks και χωρίς να χάνεται καθόλου χρόνος, λίγο μετά τις 19:30 το live ξεκινάει με μία μικρή αλλαγή στο line-up, με τους Bonfire να ανοίγουν αντί των Pretty Maids. Μπορεί τα χρόνια που έβγαζαν τον ένα χρυσό δίσκο μετά τον άλλο να ανήκουν πλέον στην ιστορία, αυτό όμως δεν εμποδίζει τους Bonfire να δίνουν δυνατά live που ξεσηκώνουν το κοινό. Μετά το εισαγωγικό The Rauber οι Γερμανοί άρχισαν το show τους με το Bells Of Freedom από τον τελευταίο τους δίσκο, προκαλώντας τρελή πόρωση, κυρίως στις πρώτες σειρές. Ο Claus Lessmann μας απέδειξε πως όσα χρόνια και να περάσουν, ο rockstar παραμένει rockstar. Πραγματικά, δεν υπήρχε κάτι που να μην έκανε. Και ούζο ήπιε, και άπταιστα ελληνικά μίλησε και τους φωτογράφους ανέβασε πάνω στη σκηνή, πρώτα για να μας φωτογραφήσουν και έπειτα να τους χαιρετήσει έναν-έναν (Βίκυ δε σε χάλασε, έτσι;). Αν και στο setlist η επιλογή ήταν λίγο “κουφή” επιλεγοντας να δώσουν βάση και σε πιο καινούργια κομμάτια όπως Proud Of My Country και Under Blue Skies, ωστόσο στο άκουσμα all-time classics όπως Don’t Touch The Light, Hot To Rock και Tony’s Roullette όλο το μέρος σείστηκε. καθ’ όλη τη διάκεια η απόδοση της μπάντας ήταν άριστη, ενώ ο ήχος ήταν με το μέρος τους. Η πιο συγκινητικη στιγμή της βραδιάς ήταν όταν ο Claus σήκωσε ψηλά το κεφάλι και φώναξε “This one is for you, Stevie” αποδίδοντας φόρο τιμής στον αποθανόντα Steve Lee των Gotthard με τη διασκευή στο I’m On My Way. Μετά από το ανθεμικό Sword And Stone, ακούσαμε ένα drum solo, το οποίο πιο πολύ βαβούρα προκάλεσε παρά εντύπωση, κάνοντας έτσι το American Nights παρόλο που ήταν μέτρια παιγμένο να ακούγεται τέλεια. Φτάνοντας στο τέλος μας έριξαν και Sweet Obsession και Ready For Reaction, έτσι για το καλό. Για encore μας κράτησαν το καλύτερο. Με τις πρώτες νότες του You Make Me Feel από την ακουστική κιθάρα του Hans Ziller έγινε Ο χαμός, με τους πάντες να ψάχνουν αναπτήρα να ανάψουν. Μιάμιση ώρα μετά και έχοντας αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις, οι Bonfire μας αποχαιρέτησαν. Η ώρα έδειχνε 21:15 όταν το τεράστιο πανό των Bonfire αντικαταστάθηκε από εκείνο των Pretty Maids. Αναμφίβολα οι Δανοί αποτέλεσαν τη μεγάλη απογοήτευση της βραδιάς γιατί, πρώτον είχαν την ατυχία να παίξουν μετά από μια καταπληκτική εμφάνιση των Bonfire και δεύτερον επειδή ο ήχος τους πρόδωσε (στη Θεσσαλονίκη πάντως, τα πράγματα ήταν πολύ καλύτερα). Η φωνή του Ronnie Atkins ακουγόταν πολύ κουρασμένη. Το κατάλαβε. Γι’ αυτό και μετά το Queen Of Dreams επέλεξε τη μπαλάντα Savage Heart. Το τελευταίο τους album τιμήθηκε με τα Pandemonium, I.N.V.U. και Little Drops Of Heaven, δείχνοντας ότι όσο πιασάρικα refrain και να ‘χουν, για live δεν κάνουν. Και κάπου εκεί άρχισαν και τα άπειρα τεχνικά προβλήματα με την κιθάρα του Ken Allen τα οποία, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ήταν σοβαρά. Από τη μία ο ενισχυτής, από την άλλη τα ηχεία, μετά τα καλώδια και πάει λέγοντας. Ο Ronnie προσπαθούσε με διάφορες ατάκες που πετούσε να κρύψει την αμηχανία που επικρατούσε αλλά μάταια. Το κοινό είχε ξενερώσει ήδη και αυτό το καταλάβαινες από τα “χλιαρά” χειροκροτήματα. Μετά από κανά 15λεπτο ο ήχος της κιθάρας αποκαταστάθηκε με το γνωστό riff του Please Don’t Leave Me να κάνει την εμφάνισή του. Ο ήχος ήταν σαφώς πιο βελτιωμένος από πριν αλλά και πάλι η φωνή ακουγόταν με το ζόρι. Ακούστηκαν βέβαια και τα κλασικά Back To Back, Future World και Red, Hot And Heavy αλλά το κακό είχε ήδη γίνει. Κρίμα πάντως, γιατί αυτή η εμφάνιση δεν αντικατοπτρίζει καθόλου το όνομα των Pretty Maids. Λίγο μετά τις 10 το πανό αντικαταστάθηκε για τελευταία φορά. Το stage μεγάλωσε και πλέον όλοι περίμεναν να δουν από κοντά μία από τις πιο hot μπάντες του αμερικάνικου hard rock. Ύστερα από μισή ώρα αναμονή, οι Firehouse εμφανίστηκαν για δεύτερη φορά στο αθηναικό κοινό, ξεκινώντας με το Love Is A Dangerous Thing. Για πρώτο κομμάτι πάντως, θα μπορούσαν να έχουν και καλύτερο καλωσόρισμα. Ίσως και να έφταιγαν μερικά προβληματάκια στην κιθάρα του Bill Leverty που τους εμπόδισαν να ξεκινήσουν όπως θα ήθελαν. Στο Lover’s Lane τα πράγματα έμοιαζαν να διορθώνονται σιγά-σιγά. Όταν όμως ο C.J. Snare ούρλιαξε “Bye-Bye, Baby Bye-Bye!” κυριάρχησε ο απόλυτος πανικός, με 800 άτομα να τραγουδάνε τον υπέρτατο poser-ύμνο των 90’s, All She Wrote. Πέρα από το προφανές, Το πρώτο (και πολυπλατινένιο) τους album, τιμήθηκε και με το παραπάνω. Το ένα hit μετά το άλλο. Ought To Be A Law, Shake & Tumble, Overnight Sensation και Helpless ήταν αρκετά για να κάνουν τα λαρύγγια μας να πάνε βόλτα. Όλα τα φώτα πέφτουν στα drums του Michael Foster, ο οποίος μας παρακινεί να αρχίσουμε να τραγουδάμε την εισαγωγή του Door To Door, από το τελευταίο Prime Time. Τη στιγμή που άρχισε να παίζει το Reach For The Sky υπακούσαμε με ευχαρίστηση τις εντολές του C.J. και σηκώσαμε τα χέρια μας ψηλά, ενώ μελώσαμε στα When I Look Into Your Eyes και Love Of A Lifetime. Η επικοινωνία της μπάντας με το κοινό ήταν ικανοποιητική, πράγμα το οποίο οφείλει κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό στο C.J Snare. Μιλάμε ο άνθρωπος απέδειξε ότι είναι μία μπάντα από μόνος του, σε αντίθεση με το Bill Leverty που στράβωσε αρκετό κόσμο με τη μάλλον κρύα συμπεριφορά του. Έχε χάρη που έπαιζε παπάδες, αλλιώς θα ήταν τελείως αδικαιολόγητος. Η αυλαία έπεσε οριστικά λίγο πριν τις 12 το υπερ-αλανιάκο Don’t Treat Me Bad (πρώτα a capella και έπειτα κανονικά). Ύστερα από πέντε ώρες γεμάτες καθαρό hard rock, δε σκεφτόμασταν ούτε την κούραση της ορθοστασίας, ούτε και τους πόνους που ενδέχεται να ακολουθούσαν μετά στη μέση μας. Αντιθέτως, σκεφτόμασταν ότι ζήσαμε μία βραδιά νοσταλγίας, μία βραδιά κατά την οποία οι λέξεις “line-up”, “support” και “headliners” μόνο στα χαρτιά υπήρχαν. Και αυτό γιατί τις μπάντες δεν τις ένωνε ο ανταγωνισμός αλλά η κοινή τους αγάπη για τη μουσική. Ήταν σαν ένας φιλικός αγώνας, με νικητές όλους εμάς τους παρευρισκόμενους.

Χάρης Μπελαδάκης

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.