Νέα

Heavy Metal και επανάσταση…

Ο Ozzy πέθανε. Ο άνθρωπος που έβαλε τα θεμέλια του heavy metal μέσα από ένα ερειπωμένο, μεταπολεμικό Birmingham, άφησε την τελευταία του πνοή. Η κηδεία δεν έχει γίνει καλά καλά, μερικά εκατομμύρια κόσμου ακόμα κλαίνε για τον άνθρωπο που τους έκανε το δώρο του heavy metal και άλλαξε την παγκόσμια μουσική ιστορία. Και όπως πάντα, κάποιοι βρήκαν την ώρα για να ξεράσουν ό,τι κόμπλεξ κουβαλάνε.

«Ήταν σιωνιστής» έγραψε ο Γιώργος από τα Πετράλωνα, και ο Ozzy κοιτάει από πάνω —ή από κάτω, ποιος ξέρει— απορημένος, και τον φαντάζομαι να μουρμουρίζει με το αθάνατο βλέμμα του «What the fuck is a sionist?».

«Ο Lemmy ήταν ναζί» έγραφε η Σούλα από τα Πατήσια, όταν ακόμα παλεύαμε να συνέλθουμε απ’ τον χαμό εκείνης της θεότητας του metal, με την πρόφαση ότι είχε συλλογή από αντικείμενα του Β’ Παγκοσμίου. Ξέρω. Ναζί ο άνθρωπος που έγραψε το “1916” για τα 16χρονα που θυσιάστηκαν άδικα στον Πρώτο Παγκόσμιο, και που σε κάθε του συνέντευξη τόνιζε πως αυτοί που πεθαίνουν στον πόλεμο είναι πάντα παιδιά, όχι οι πολιτικοί που τον ξεκινούν. Αλλά ποιος νοιάζεται για το τι έλεγε. Φτάνει που τον είδες με έναν σιδερένιο σταυρό και σου έσπασε το feed.

Για άλλη μια φορά, τα πληκτρολόγια της επανάστασης έβγαλαν φλόγες, ψάχνοντας “ταγάρια” να κάψουν και τίτλους να κολλήσουν πάνω σε ανθρώπους που ποτέ δεν μίλησαν τη γλώσσα τους. Το metal όμως δεν γεννήθηκε για να κάνει τα χατίρια κανενός. Δεν ήρθε να πάρει θέση στα στρατόπεδα σας. Δεν κουβάλησε πανό. Ήρθε για να σου πετάξει την κοινωνική σου υποκρισία στη μάπα, να σου δείξει τι υπάρχει κάτω απ’ το χαλί, να κάνει τους καθωσπρέπει να κλείνουν τα αυτιά τους. Και για δεκαετίες, αυτό ακριβώς έκανε.

Το ότι σήμερα κάποιοι το προσεγγίζουν σαν lifestyle, σαν meme ή σαν εναλλακτική version του κατηχητικού, δεν αλλάζει την ιστορία του. Το metal δεν ήταν ποτέ “σωστό”. Ήταν επικίνδυνο. Γι’ αυτό και άλλαξε τον κόσμο.

Το metal δεν γεννήθηκε σε ακριβά στούντιο, με πανάκριβο gear και μαλλί με λακ και πιστολάκι, όπως πήγαν να το καταντήσουν οι Αμερικάνοι λίγα χρόνια αργότερα. Γεννήθηκε μέσα στη βρομιά, τον ιδρώτα και την απελπισία ενός Birmingham που μόλις προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του μετά τον πόλεμο. Μιλάμε για παιδιά που δούλευαν σε φάμπρικες από τα δεκαπέντε, με την προοπτική τους να ακροβατεί ανάμεσα σε μια ζωή σκλάβου της γραμμής παραγωγής ή ενός εγκληματία που θα κατέληγε φυλακή. Δεν υπήρχαν εύκολες διέξοδοι. Ψυχοθεραπεία, life coach, mindfulness app, αυτά δεν υπήρχαν καν. Εκεί η ψυχή ήθελε άλλη βαλβίδα. Και τη βρήκε σε κιθάρες με τσιτωμένους ενισχυτές, σε μπάσα που σκάβουν και σε τύμπανα εκκωφαντικά, σαν τους ήχους της φάμπρικας και του πολέμου.

Αγνόησαν το ρεύμα των παιδιών των λουλουδιών, τη feel-good ελπίδα και τα χρωματιστά όνειρα. Αυτοί δεν έψαχναν φως. Έπαιξαν δυνατά, σκοτεινά, αγριεμένα και λυσσασμένα. Όχι για να διασκεδάσουν, αλλά για να ξεράσουν όλη τη βία, την πίεση και το αδιέξοδο που κουβαλούσαν. Οι πρώτοι στίχοι των Sabbath δεν είχαν τίποτα φανταστικό. Ήταν η ίδια η φρίκη της πραγματικότητας τους. War Pigs”, “Children Of The Grave”, “Black Sabbath”. Αυτά δεν ήταν τραγούδια. Ήταν κραυγές.

Και όταν οι προπάτορες και οι συνεχιστές τους συνειδητοποίησαν πόσο ενοχλούν τη συντηρητική και θρησκόληπτη κοινωνία που τους γέννησε, αποφάσισαν να τη χλευάσουν ακόμη περισσότερο. Έβαλαν μέσα διάολο, βλασφημία, αίμα, σεξ και κάθε τι που θα έκανε μια μάνα με σταυρό στο λαιμό να αλλάξει σταθμό ουρλιάζοντας. Όχι γιατί το πίστευαν απαραίτητα. Αλλά γιατί μπορούσαν. Γιατί ήξεραν ότι το σοκ είναι εργαλείο και ότι η πρόκληση είναι γροθιά όταν συνοδεύεται από αλήθεια.

Με τη φήμη και το χρήμα ήρθαν όλα τα κλασικά. Ναρκοπάρτι, groupies, ξενοδοχεία που κατέληγαν ρημαδιό επειδή μπορούσαν να πληρώσουν τη ζημιά και να κάνουν απλά το κέφι τους. Όχι για να επιδειχτούν. Για να δείξουν ότι τίποτα δεν τους ελέγχει. Ή έτσι νόμιζαν. Γιατί όταν η μουσική βιομηχανία κατάλαβε ότι αυτό το πράγμα που ούρλιαζε μπορεί να πουλήσει, μπήκε στο παιχνίδι. Μεγάλα συμβόλαια, περιοδείες, MTV, merch. Κι εκεί ξεκίνησε το μαγείρεμα. Όσο το metal μεγάλωνε, τόσο το άγριο μέσα του στρογγυλευόταν. Και μαζί του, πολλοί από τους δημιουργούς του.

Μπορούμε όμως άραγε να κατηγορήσουμε μερικά κωλόπαιδα που ξαφνικά, στα είκοσί τους, είχαν όλο τον κόσμο στα πόδια τους και λεφτά με το τσουβάλι από τη μια μέρα στην άλλη;

Αν το metal ήταν πάντα απέναντι στην εξουσία, τότε η δεκαετία του ’80 ήταν η εποχή που βρέθηκε στο εδώλιο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η ιερή οικογένεια, η ηθική τάξη και η Reagan-ική αποστείρωση έπνιγαν κάθε τι διαφορετικό, το heavy metal έγινε το τέλειο εξιλαστήριο θύμα. Βίαιο, υβριστικό, γεμάτο αίμα, δαίμονες και σεξουαλική απελευθέρωση. Και το χειρότερο, πουλούσε. Και πολύ.

Έτσι γεννήθηκε η PMRC, το Parents Music Resource Center, ένα είδος μαμαδίστικης Ιεράς Εξέτασης με πρωτοβουλία της Tipper Gore, συζύγου του τότε γερουσιαστή Al Gore. Αφού πρώτα τρόμαξαν από τους στίχους των W.A.S.P., των Judas Priest και των Venom, αποφάσισαν ότι τα παιδιά τους κινδυνεύουν. Όχι από τα ναρκωτικά, τη φτώχεια ή το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά από το “Fuck Like A Beast”, τον Eddie των Iron Maiden και τα αντίστροφα σταυρουδάκια του King Diamond. Ήθελαν ετικέτες, προειδοποιήσεις, λογοκρισία, αποκαθαρμένες εκδόσεις, και αν γινόταν, να σταματήσει τελείως αυτό το βλάσφημο πανηγύρι.

Και τότε, μπροστά στο Κογκρέσο, με τα κοστούμια, τα μικρόφωνα και την καθωσπρέπει χολή της αμερικανικής ηθικής, εμφανίστηκε ένας τύπος με ξανθιά αφάνα, ripped jeans και μπλούζα Twisted Sister. Ο Dee Snider. Ένας άνθρωπος που φαινόταν σαν καρικατούρα ακόμα και για τα δικά μας μέτρα. Και τους έκανε σκόνη.

Αρθρωμένος, νηφάλιος, ευφυέστατος και ακριβής, εξήγησε γιατί οι στίχοι που τον κατηγορούσαν δεν ήταν καν κυριολεκτικοί, γιατί η μουσική είναι τέχνη και η τέχνη πρέπει να είναι ελεύθερη, και γιατί αν το πρόβλημα τους είναι οι στίχοι του “Under The Blade”, τότε δεν καταλαβαίνουν ούτε αγγλικά. Δεν τους έβαλε τις φωνές. Τους ξεφτίλισε με λογική, ηρεμία και απόλυτο έλεγχο.

Ήταν μία από τις ελάχιστες στιγμές που η αμερικανική metal κοινότητα στάθηκε με αξιοπρέπεια απέναντι στο σύστημα, και όχι απλώς ουρλιάζοντας ότι είναι “against it”. Εκεί, για μια στιγμή, ο Snider έγινε ο δικηγόρος όλων μας. Του Alice Cooper, του Lemmy, του Ozzy, του κάθε πιτσιρικά που έπαιζε στο γκαράζ του και του κάθε πατέρα που δεν καταλάβαινε τι στο διάολο ακούει το παιδί του.

Ήταν από τις ελάχιστες φορές που ο εχθρός πήρε απάντηση μέσα στο γήπεδο του. Με επιχειρήματα, με τόλμη και χωρίς να ζητήσουμε συγγνώμη για τίποτα.

Κι ύστερα ήρθε το playback. Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο ίδιος άνθρωπος που είχε σταθεί απέναντι στο Κογκρέσο για το δικαίωμα να λες “fuck” χωρίς να ζητάς άδεια, τραγουδούσε “We’re Not Gonna Take It” σε προεκλογική καμπάνια του Donald Trump. Playback. Με σημαιούλες. Για κόσμο που ό,τι δεν καταλαβαίνει θέλει να το κάψει.

Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά. Δεν πρόδωσε μόνο το τραγούδι. Πρόδωσε τη στιγμή. Εκείνη την αξέχαστη εικόνα που έγραψε ιστορία. Γιατί άλλο είναι να μεγαλώνεις, και άλλο να ξεχνάς ποιος ήσουν όταν πραγματικά σήκωσες κεφάλι.

Μοιάζει όμως δυστυχώς αναπόφευκτη η αλλοτρίωση του εαυτού σου — επαναλαμβάνω για άλλη μια φορά — όταν από τρελαμένος πιτσιρικάς που κάνεις ακριβώς ό,τι γουστάρεις χωρίς να υπολογίζεις τίποτα, μπαίνεις στην κιμαδομηχανή οποιασδήποτε βιομηχανίας και γίνεσαι εργαλείο δημιουργίας πλούτου.

Το metal δεν πέθανε επειδή κάποιοι πρόδωσαν το παρελθόν τους. Απλώς ολοκλήρωσε τον κύκλο του ως επανάσταση. Και τώρα υπάρχει για να θυμίζει πως μια χούφτα τρελαμένοι, με παραμορφωμένες κιθάρες, στίχους-μαχαιριές (σ.σ.: και ενίοτε παπαριές) και οργή που δεν χώραγε πουθενά αλλού, ταρακούνησαν για τα καλά έναν κόσμο που πίστευε ότι τα έχει όλα υπό έλεγχο.

Και εμείς, γονείς πλέον, πιόνια του συστήματος και του καπιταλισμού, πάμε και σκάμε παχυλά ποσά για εισιτήρια συναυλιών, να απολαύσουμε — για όσο τους έχουμε ακόμα — τα μεγαθήρια που μας μεγάλωσαν. Και λοξοκοιτάμε την τραπ, ευελπιστώντας κάπου στο βάθος να ξεπεταχτεί ένα next big thing στο metal, κάτι που θα κρατήσει τη φλόγα αναμμένη. Χαιρόμαστε που βλέπουμε ακόμα πιτσιρικάδες στις συναυλίες που πάμε. Δεν νιώθουμε μόνοι. Αλλά αναρωτιόμαστε.

Είναι το metal ακόμα relevant και επικίνδυνο; Επικίνδυνο δεν είναι. Relevant μπορεί να είναι ακόμα.

Ας σταματήσουμε λοιπόν να ψάχνουμε σωτήρες, μεσίες και μπολσεβίκους μέσα από τη μουσική. Ας απολαύσουμε όσους ακόμη μένουν. Ας έχουμε τα αυτιά μας ανοιχτά στο νέο και στο πιο επικίνδυνο — είτε λέγεται metal, είτε λέγεται κάτι άλλο. Και κυρίως, ας φροντίσουμε να έχουμε τη στοιχειώδη κριτική ικανότητα για να φιλτράρουμε την πληροφορία και την παραπληροφόρηση που μας έρχεται από παντού.

Και να σας πω και κάτι; Εγώ προσωπικά μεγάλωσα μέσα σε ένα φασιστικό καθεστώς, στο ίδιο μου το σπίτι. Μόνη μου παρηγοριά και συντροφιά ήταν το discman μου. Είχα όλα τα φόντα να γίνω αυτό που έβλεπα καθημερινά. Αλλά μέσα από τα ερεθίσματα από τις αγαπημένες μου μπάντες, διάβασα, ξαναδιάβασα, προβληματίστηκα, συζήτησα, γνώρισα άπειρους ανθρώπους με άπειρες απόψεις. Και σήμερα είμαι κάτι πολύ μακριά από αυτό που πήγαιναν να με κάνουν.

Άρα για μένα, το metal είναι επανάσταση. Όχι επειδή άλλαξε τον κόσμο. Επειδή άλλαξε εμένα.

Και τώρα, για τον Ozzy… τι να πούμε. Από σήμερα ξημερώσαμε σε έναν διαφορετικό κόσμο. Λίγο πιο άδειο, λίγο πιο άχαρο, λίγο ακόμα χειρότερο απ’ ό,τι ήταν χθες. Ας κάνουμε λοιπόν ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τον βελτιώσουμε.

Κι αυτό ξεκινάει απ’ τον καθένα μας. Από τα φίλτρα του.

Κείμενο: Στέφανος Σπανόπουλος

harmoniabannerbig - 728|90|harmoniabannerbig||https://harmoniapr.com/about-us/|both
20000
110

Related posts

Leave a Comment

Leave a review

X