nano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothhaursen2 - 728|90|haursen2||https://www.facebook.com/HaursensGuitarWorkshop/|bothBob-Katsionis_728x90 - 728|90|Bob-Katsionis_728x90|||bothdeafheaven 728×90 - 728|90|deafheaven 728×90|||bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||bothOM 2020 728×90 - 728|90|OM 2020 728×90|||bothGreek Rebels Advert Feb 2018_728x90 - 728|90|Greek Rebels Advert Feb 2018_728x90||https://www.facebook.com/GreekRebels/|bothRussian Circles 728×90 - 728|90|Russian Circles 728×90|||bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothRoadHouse Diet_728x90 - 728|90|RoadHouse Diet_728x90||https://www.greekrebels.gr/roadhouse-diet-electric-devilry-mojoholic/|both
20000
110

Sonisphere Festival Iron Maiden, Slipknot , Mastodon, Moonspell, Nightfall, Rotting Christ, Gojira, Virus, Need, Total Riot

17 Ιουνίου 2011, Terra Vibe, Μαλακάσα

Το πλέον διαδεδομένο ευρωπαϊκό metal fest που έκανε πέρυσι για πρώτη φορά την εμφάνισή του στα ελληνικά εδάφη, φέτος είχε ακόμα περισσότερη αναμονή, εάν αναλογιστούμε το τι έγινε πέρυσι στους Big Four. Για άλλη μία φορά, το billing ολοκληρώθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή (να μου ζήσεις Ελλάδα!), με αποτέλεσμα να ψάχνουμε λεφτά από όλες τις μεριές. Στο άκουσμα των φετινών ονομάτων ξίνισαν πάρα πολλοί, καθώς τρεις από τις εμφανιζόμενες μπάντες τις είχαμε ξαναδεί σε μικρό σχετικά διάστημα. Αν και αρκετός κόσμος μίλησε για έλλειψη ιδεών, ωστόσο το πρωινό εκείνης της Παρασκευής με βρήκε αντιμέτωπο με ένα τεράστιο πρώτο κύμα θεατών έξω από τις πόρτες του Terra Vibe. Ο φόβος που είχα για τη μεγάλη παρουσία νεαρών οπαδών (μερικοί ήταν και κάτω των 15) που δεν έχουν ιδέα από αυτή τη μουσική, επαληθεύτηκαν. Το ποσοστό των μπόμπιρων με μπλούζες Eddie, καλώς ή κακώς, ήταν συνθλιπτικό. Αν και κάτι τέτοιο ήταν κάπως δικαιολογημένο, αφού τα φετινά ονόματα κάλυπταν όλες τις ηλικίες. Οι πόρτες άνοιξαν ακριβώς στις 11:30, με τα Apollo και Saturn stages να περιμένουν καρτερικά την προσέλευσή μας. Η αρχή έγινε με τους Total Riot, οι οποίοι με τα metalcore κομματάκια τους έκαναν έναν σύντομο ψιλοπανικό στις πρώτες σειρές, που χάθηκε παντελώς στις πρώτες νότες της αποτυχημένης και φάλτσας διασκευής του “Indians” των Anthrax. Πραγματικά, δε μπορώ να καταλάβω πως τους ήρθε να κάνουν κάτι τέτοιο. Τα παιδιά αφού έπαιξαν για περίπου 45 λεπτά, αποχώρησαν αφήνοντας μου τις χειρότερες εντυπώσεις, αν και η συνέχεια με τους πιο επαγγελματίες Need ήταν πολύ καλύτερη. Ήδη αναγνωρισμένοι στην ελληνική σκηνή και με αρκετές εμπειρίες στο σανίδι, έκαναν τον κόσμο να μπει στο φεστιβαλικό κλίμα, παίζοντας κομμάτια από το τελευταίο πολύ καλό Siamese God, αλλά και μερικά από το επερχόμενο album τους. Πολύ κεφάτοι και με σύμμαχο τον καλό ήχο, άφησαν υποσχέσεις για ένα ακόμα καλύτερο μέλλον. Επόμενοι στη σειρά ήταν οι Νορβηγοί Virus. Για αυτούς δεν είχα ακούσει πολλά πράγματα πέραν του ότι παίζουν avant-garde. Το σύστημα “τρεις κιθάρες και αλλοιωμένα φωνητικά” έδειχνε στην αρχή να αποδίδει, αλλά η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη γιατί πρώτον είχε αρχίσει να γίνεται κουραστικό και δεύτερον, είχε πάει 15:00 οπότε είχε αρχίσει ήδη το πήγαινε-έλα, καθώς μόλις είχε ανοίξει η μεγάλη σκηνή. Περίπου μισή ώρα πριν το τέλος της εμφάνισής τους, έφυγα τρέχοντας για να προλάβω την εμφάνιση των Nightfall, μιας και δεν είχα την τύχη να τους δω live μέχρι τότε. Κάπου εδώ -λόγω ασυνεννοησίας ίσως- το άνοιγμα του Apollo stage συνέπεσε ακριβώς με την έναρξη της εμφάνισης των Αθηναίων metallers, με αποτέλεσμα να υπάρχει πολύ λίγος κόσμος, αν και το setlist ήταν αρκετό ώστε να προλάβουν να μαζευτούν όσο περισσότεροι γίνεται. Το σπαστικό στην όλη εμφάνιση των Nightfall είναι πως στο άκουσμα πολύ ποιοτικών συνθέσεων όπως τα “Astronomica”, “Isthar (Celebrate Your Beauty)” και “Ambassador Of Mass”, υπήρχαν οι κλασικοί ξενέρωτοι που περίμεναν τα κλασικά hit-άκια “Diva” και “Lesbian Show” για να ζωντανέψουν. Τα παλικάρια προσπάθησαν και με το παραπάνω να ανταπεξέλθουν στα διάφορα προβλήματα που υπήρχαν, όπως ο κάκιστος ήχος και η μεσημεριανή ώρα. Παρόλα αυτά έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν και γι’ αυτό αξίζουν το σεβασμό μας. Τις πρώτες απογευματινές ώρες, εμφανίστηκαν οι Moonspell που αποτέλεσαν μία από τις καλύτερες στιγμές του festival, αν και είναι κάπως κουφό να παρακολουθούμε τους Πορτογάλους με τον ήλιο μες τη μάπα. Ο αρχηγός της μπάντας, Fernando Ribeiro, αφού μας προλόγισε λέγοντας “Hello Greece. We’re Moonspell from Portugal!” δεν έχασε χρόνο, μαυρίζοντας τον ήλιο πετώντας μας τις σκοτεινές του δημιουργίες τη μία πίσω από την άλλη. “Vampiria”, “Opium”, “Trebraruna”, αλλά και “The Southern Deathstyle” (αν και θα προτιμούσα περισσότερα από το The Antidote) είναι πολύ λίγα για να μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε το μεγαλείο μίας εμφάνισης των Moonspell. Όσο για το κλείσιμο με την επιλογή του “Alma Mater”, ήταν κάτι παραπάνω από προβλέψιμη, αλλά αυτό δεν ενόχλησε κανέναν απολύτως, μιας και ήταν οι κερδισμένοι της ημέρας, τουλάχιστον από ηχητικής άποψης. Στα μέσα δε τις εμφάνισης των Moonspell, στην δεύτερη σκηνή του Sonisphere ανέβαιναν οι Gojira, η μπάντα από την Γαλλία η οποία έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να κάνει τον κόσμο να την δεχθεί ένθερμα. Μπορώ να πω πως αν και τους είδα ζωντανά για πρώτη φορά, μπορώ να πω πως κατάφεραν να ξεσηκώσουν τους παρευρισκομένους – αν και για φεστιβάλ αυτό το νούμερο ήταν μηδαμινό -, κάνοντας και τον πιο απαιτητικό να τους προσέξει. Στην επόμενη περίπου ώρα που έπαιξαν, ήταν απλά οδοστρωτήρες. Άψογοι performers, με το σετ τους να έχει βάση περισσότερο σε συνθέσεις από τα τελευταία τους δυο άλμπουμ. Είμαι σίγουρος πως στο μέλλον θα μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον. Αν και δε είμαι fan των Mastodon, δε μπορώ να αρνηθώ το γεγονός πως τα albums τους έχουν πολύ καλές μελωδίες. Ωστόσο όπως το 2009, έτσι και στη φετινή τους εμφάνιση έδειξαν πως δεν κάνουν για μεγάλα festival, καθώς ούτε σκηνική παρουσία διαθέτουν, ούτε τα κατάλληλα κομμάτια για ξεσήκωμα. Όσο καλά τραγούδια και να είναι τα «Iron Tusk» και «March Of The Fire Ants», πάνω στο σανίδι αυτομάτως μετατρέπονται σε ατελείωτη βαβούρα. Μετά από την κουραστική εμφάνιση των Αμερικάνων, ο αριθμός των παρευρισκομένων είχε ανέλθει σε χιλιάδες, με τους πάντες να περιμένουν την τρίτη επίσκεψη των μασκοφόρων, πρώτη μετά το θάνατο του Paul Gray. Μπορεί ο εκλειπών μπασίστας να απουσίαζε, αλλά προσπάθησαν με το στήσιμο της στολής με τη φορεμένη μάσκα του να τον έχουν κοντά τους, με όσο πιο αληθοφανή τρόπο γίνεται. Το όλο στήσιμο του σκηνικού ήταν αρκετά εντυπωσιακό, με το κεντρικό “S” να δεσπόζει ανάμεσα στα υπόλοιπα οχτώ, το οποίο πήρε φωτιά με την έναρξη της εμφάνισής τους. Ο ήλιος είχε αρχίσει σιγά σιγά να υποχωρεί, δίνοντας στους Slipknot το OK για το επερχόμενο μπάχαλο. Η όψη του Joey Jordison καβάλα στον Shawn “Clown” Graham, με κλαδιά για προεκτάσεις των χεριών μαρτυρούσε πως θα έδιναν ένα δυναμικό live, όπως και τελικά έγινε. Στο ξεκίνημα του show υπό τους ήχους του Sic, ο τρελάρας Sid εισέβαλε στη σκηνή με τσαμπουκά και έκανε αυτό που μας χρωστούσε από το 2005 στο Λυκαβηττό. Το πολυπόθητο stage diving, όπου για όσους ήταν στις πρώτες σειρές, ήταν ο απόλυτος πανικός. Και τα 8 μέλη με μάσκες και στολές από τους 2 πρώτους κλασικούς δίσκους, προσέφεραν ένα live που όπως είπε και ο Corey Taylor ήταν για εορτασμό στη μνήμη του φίλου τους και όχι θρήνος. Η συνέχεια ήταν άκρως δυναμική με τα «Eyeless» και «Wait And Bleed» να μας έχουν διαρκώς στην πρίζα, με την μπάντα να δείχνει πως δεν την έχει πάρει από κάτω. Πολλή ευχάριστη έκπληξη ήταν οι πολλές αναφορές στο «Iowa», αφήνοντας τους 2 τελευταίους δίσκους μόνο με τα κλασικά hits, προτιμώντας να θυμηθούν στιγμές όπως τα «Disasterpiece» και «The Heretic Anthem». Γουστάραμε απίστευτα και ας ταρακουνήθηκε όλη η Εθνική Οδός στο «Psychosocial». Μετά και το κλείσιμο με το παραδοσιακό πια «Surfacing», καταλάβαμε πως αν και έχουν δώσει καλύτερες συναυλίες στη χώρα μας, τα live performances των Slipknot ακόμα αποτελούν εγγύηση, όσες φήμες και αν ακουστούν. Ήρθε η ώρα για την ανάβαση μας στο Saturn Stage, όπου εκεί η μεγαλύτερη ελληνική metal μπάντα, οι Rotting Christ, θα ανέβαιναν στο σανίδι. Ξεκινώντας δυναμικά με το “Aealo” και να έρχονται κατά πάνω μας λίγη ώρα αργότερα τα “Athanatoi Este” & “Nemecic”, η κορύφωση δεν άργησε να έρθει. Ο καλός φίλος των Christ, Fernando Ribeiro, ανέβηκε στην σκηνή ώστε να πούνε παρέα τα “Among Two Storms” & “The Sign Of Evil Existence”. Ακολούθησε ο ύμνος “Daimonon Vrosis” όπου θύμισε μνήμες της εμφάνισης του σχήματος στο Fuzz Live Stage τον περασμένο Γενάρη. Έκλεισαν θριαμβευτικά την εμφάνιση τους με τον κόσμο να τραγουδά το “Non Serviam”. Και η ώρα για το μεγάλο event είχε έρθει. Οφείλω να ομολογήσω πως κάθε φορά που βιώνω ένα live των Iron Maiden, πάντα καταλήγω στεναχωρημένος γιατί δεν ξέρω πότε θα τους ξαναδώ. Πόσο μάλλον τώρα, που οι φήμες για διάλυση είναι πιο έντονες από ποτέ. Το πατροπαράδοτο «Doctor, Doctor» των U.F.O. στα ηχεία έδωσε τη σκυτάλη στο διαστημικό σκηνικό, επηρεασμένο από το τελευταίο The Final Frontier και κάπου εκεί έκαναν την εμφάνιση τους οι κύριοι Steve Harris, Bruce Dickinson, Andrian Smith, Dave Murray, Janick Gers και Nicko McBrain, ξεκινώντας με το «Satellite 15…The Final Frontier» που για ένα απλό κομμάτι αντιδράσαμε πολύ καλά για το καλωσόρισμα. Στη συνέχεια παρακολουθήσαμε ένα μετριότατο El Dorado να γίνεται live μεγαθήριο, με κάπως πιο ανεβασμένο τέμπο συγκριτικά με τη studio έκδοση. Τα πρώτα προβλήματα στον ήχο φάνηκαν στο πρώτο κομμάτι μεγάλης διάρκειας, «The Talisman», με το Bruce να ακούγεται με το ζόρι περιμένοντας το επόμενο πιο χαλαρό «Coming Home» να επαναφέρει την ισορροπία. Το «When The Wild Wind Blows» ήρθε για να αποτελέσει άλλο ένα classic στα setlists των Iron Maiden, καθώς διαθέτει πολλές εναλλαγές και μουσικά γυρίσματα που διατηρούν το κέφι μας στα ύψη. Κάτι που δυστυχώς δεν έγινε στα κομμάτια του -κλασικού πλέον- «Brave New World», δηλαδή τα «The Wicker Man» και «Blood Brothers», αφού ο ήχος αυτή τη φορά χαντάκωσε το δίδυμο Smith/Murray. Όλοι ξέρουμε ότι το «Dance Of Death» με το πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκε σε δισκάρα, αλλά δεν είχαμε νιώσει ποτέ το συναίσθημα του να ακούς live το ομώνυμο έπος. Ο τέλειος ήχος, η λυρική ερμηνεία του κυρίου Dickinson σε πρώτο πλάνο και ο Janick Gers σε ρόλο αρχηγού για 10 λεπτά είναι αυτά που μου έμειναν κατά την εκτέλεση. Από εκεί και πέρα οι κλασικοί Maiden-ύμνοι έκαναν την παρουσία τους. Όταν είσαι σε ένα live της παρέας του Steve Harris και ακούς κομμάτια όπως «The Trooper», «The Evil That Men Do» ή «2 Minutes To Midnight» νιώθεις σαν να τα ακούς πρώτη φορά. Και αν πέρυσι είχαν οι Metallica το «Master Of Puppets», φέτος τη σειρά για τον χορό των φωτοβολίδων και των καπνογόνων είχε φυσικά το «Fear Of The Dark». Το κλείσιμο του set έγινε με το υπέρτατο «Iron Maiden», με το τεράστιο κεφάλι του Eddie (εμπνευσμένο από το τελευταίο album) να κάνει την εμφάνισή του πίσω από τη σκηνή στα μισά του κομματιού. Για medley μας επεφύλασσαν την κλασική τριπλέτα «The Number Of The Beast», «Hallowed Be Thy Name» και «Running Free (με μας για άλλη μία φορά να συμμετέχουμε στο refrain)» μετατρέποντας τη συναυλία για το promotion του The Final Frontier σε ταξίδι στο χρόνο. 2 ώρες μετά, η αυλαία έπεσε. Αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς τις εξόδους, με τον ήχο του «Always Look On The Bright Side Of Life» των Monty Pythons να ηχεί για άλλη μία φορά στα αυτιά μας σαν παρηγοριά. Ήταν ένα υπέροχο μονοήμερο, με πολύ καλές μπάντες και ανεβασμένη διάθεση, αλλά όσον αφορά τους Iron Maiden, το ρολόι έχει σταματήσει στις 2 Αυγούστου 2008 και στην «Somewhere Back In Time Tour». Άντε και του χρόνου!

 

Χάρης Μπελαδάκης

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.