W.A.S.P. - ReIdolized [The Soundtrack To The Crimson Idol] (Napalm)
50%Overall Score
Reader Rating: (0 Votes)
0%
Forged In Black 728×90 - 728|90|Forged In Black 728×90|||bothGreek Rebels Advert Feb 2018_728x90 - 728|90|Greek Rebels Advert Feb 2018_728x90||https://www.facebook.com/GreekRebels/|bothPsychotic Waltz_Ath_728x90 - 728|90|Psychotic Waltz_Ath_728x90|||bothnano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothSolitary-Banner - 728|90|Solitary-Banner|||bothhaursen2 - 728|90|haursen2||https://www.facebook.com/HaursensGuitarWorkshop/|bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||both
20000
110

Πώς μπορείς άραγε να κρίνεις μία επανεκτέλεση album; Με ποια κριτήρια να εκφέρεις απόψεις για κάτι που έχεις χιλιοακούσει, ειδικά εάν το album έχει περάσει στη σφαίρα του κλασικού δεκαετίες τώρα. Ένα album που έχει στιγματίσει όλο σου το είναι νότα προς νότα. Δε μισώ τους W.A.S.P.. Όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν πολύ καλά ποια είναι τα πιστεύω μου σχετικά με αυτή τη μπάντα που – παρέα με τους Twisted Sister – έφτυσαν κατάμουτρα τη συντηρητικότητα και τη λογοκρισία της PMRC στην πολύχρωμη δεκαετία των ‘80s. Εκείνοι άλλωστε ήταν που με μύησαν στον όρο “βαμμένος οπαδός” κάνοντάς με να ξεφύγω από στερεότυπα τύπου Maiden, Metallica ή Priest. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Το ημερολόγιο γράφει 1989 και Αμερικάνοι κυκλοφορούν το συγκλονιστικό The Headless Children, το σοβαρότερό τους πόνημα μέχρι εκείνη την περίοδο. Όταν όλα έδειχναν πως το μέλλον είναι στρωμένο με ροδοπέταλα, ο Chris Holmes και οι υπόλοιποι εγκαταλείπουν τη μπάντα και αφήνουν το Blackie Lawless ολομόναχο, απόρροια ενός προβληματικού χαρακτήρα που είχε αρχίσει από νωρίς να κάνει την εμφάνισή του.

Φτάνουμε αισίως στο 1992 και το νέο υλικό είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει ως solo project, αλλά οι πιέσεις των ίδιων των οπαδών αποτρέπουν το Blackie από το να γίνει κάτι τέτοιο και συνεχίζει ως W.A.S.P., βυθιζόμενος ακόμα περισσότερο στις The Who επιρροές του. Το αποτέλεσμα όλων αυτών μας συστήνει τον Jonathan Steele και τη μάχη του για αναγνώριση, τόσο ενδοοικογενειακά, όσο και εσωτερικά. Ο ίδιος ο mastermind είχε πει κάποτε σε συνέντευξη πως μέρη του δίσκου βασίζονταν σε προσωπικές του εμπειρίες. Η ιστορία από κει και πέρα είναι γνωστή. Ο ψηλός όχι μόνο επανήλθε δυναμικά, αλλά δημιούργησε το The Crimson Idol, έναν εκ των ανατριχιαστικότερων concept δίσκων όλων των εποχών που πολλά συγκροτήματα θα ήθελαν να έχουν γράψει. 25 χρόνια μετά, ο Blackie Lawless δείχνει να έχει βαρεθεί το όνομα και το θρύλο που ο ίδιος δημιούργησε, επιλέγοντας από δίσκο σε δίσκο να αντιγράφει τον εαυτό του.

Ως αναβαπτισμένος Χριστιανός αλλά και ως… φοροφυγάς (όσοι ήσασταν στο Gagarin το 2012 καταλαβαίνετε απολύτως τι θέλω να πω) ακολούθησε πιστά την πορεία του Jonathan και από την άνοδο έφτασε τελικά στην πτώση. Προσπάθησα πολύ ακούγοντας αυτή την επανηχογράφηση να μη σκεφτώ τη λέξη “αρπαχτή” αλλά ήταν ανθρωπίνως αδύνατο. Δε θα μπω στη διαδικασία ανάλυσης του album, καθώς δεν πιστεύω ότι θα πω κάτι που δεν έχει ήδη χιλιοειπωθεί. Αντ’ αυτού θα προτιμήσω να σταθώ περισσότερο στις λεπτομέρειες που αποτελούν την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στις δύο versions.

Σίγουρα μία από αυτές είναι η φωνή του Blackie, που ακόμα και με την επεξεργασία που έχει υποστεί στο studio δε μπορεί να κρύψει ότι δε μπορεί πια να ερμηνεύει συνθέσεις που απαιτούν συνεχόμενες ψηλές. Φιλότιμες προσπάθειες γίνονται βέβαια και από το μπάσο του τίμιου στρατιώτη Mike Duda, κάτι που δεν ισχύει καθόλου για τα πλέον session drums του Mike Dupke, ο οποίος περνάει και δεν ακουμπάει τον όγκο ενός Frankie Banali ή του μεγάλου Stet Howland. Όσο για τον Doug Blair, για άλλη μία φορά ακολουθεί τη μέθοδο “ιχνηλασία”, εκτελώντας πιστά κάθε εντολή του αρχηγού και ακολουθώντας την ίδια φόρμουλα του έτσι κι αλλιώς πιο μουσικά καταρτισμένου Bob Kulick. Φυσικά τα χειρότερα έρχονται στο Chainsaw Charlie όπου ο Blackie φλερτάρει με την κατάντια, επιλέγοντας πιο χριστιανικές ενέργειες όπως την εξάλειψη “κακών λέξεων” όπως cocksucking asshole και lyinmotherfucker γιατί πλέον αυτά είναι προκλητικά. Ειρωνεία; Ευτυχώς, το The Great Misconceptions Of Me θα είναι πάντα εκεί να μου προξενεί ρίγη στη σπονδυλική στήλη σε όποια version και να το ακούω.

Στα της κυκλοφορίας γενικότερα, η Napalm Records (και μάλλον ο ίδιος ο Βlackie) έχει φροντίσει να ικανοποιήσει τον κάθε βιτσιόζο συλλέκτη συμπεριλαμβάνοντας στο – ομολογουμένως δελεαστικό – digipack και τo (μέχρι πρότινος δυσεύρετο) ταινιάκι μικρού μήκους με το story του Jonathan επεξεργασμένο και με σαφώς καλύτερη ανάλυση από το αρχικό promo του ’92, συνοδευόμενο τόσο με τη re-mastered αφήγηση του Blackie, όσο και με το ίδιο επανηχογραφημένο album. Αχρείαστη σίγουρα ήταν η προσθήκη όλων αυτών και σε Blue Ray, καθώς η ταινία είναι γυρισμένη με πιο snuff αισθητική.

Αν και δε μου προξενεί εντύπωση. Μην ξεχνάμε πως ο Blackie θέλει να βγάλει από τη μύγα ξίγκι. Είναι λοιπόν το “ReIdolized [The Soundtrack To The Crimson Idol]” άξιο αγοράς; Θα έλεγα μάλλον όχι. Το πιθανότερο να μην απευθύνεται καν στους οπαδούς της μπάντας παρά μόνο σε αρρωστημένους συλλέκτες που θέλουν να έχουν στην κατοχή τους τα πάντα. Προσωπικά, βάζω τον εαυτό μου σε αυτή τη (μαζοχιστική, γιατί όχι;) δεύτερη κατηγορία γιατί πιστεύω ότι ο άνθρωπος μπορεί να γερνάει και μοιραία να παραξενεύει, τα έργα του όμως παραμένουν αναλλοίωτα όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Υ.Γ.: Τουλάχιστον απουσιάζει το ανεκδιήγητο μαλλί του Johhny Rod.

5/10
Χάρης Μπελαδάκης
[email protected]

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.