AlbumsΚριτικές

Paradise Lost – Ascension (Nuclear Blast)

[Option A]

Όπως για πάρα πολλούς ακόμη στην Ελλάδα, έτσι και για μένα η καταθλιπτική βρετανική τριάδα των My Dying Bride, Anathema και Paradise Lost υπήρξε καθοριστική (σ.σ.: με αυτή ακριβώς τη σειρά στέκονται στη δική μου συνείδηση). Ήταν το soundtrack μιας εφηβείας βουτηγμένης στη μελαγχολία, τη θρησκευτική αμφισβήτηση και το ρομαντισμό της παρακμής. Τους έχω λιώσει όλους — ξανά και ξανά. Και όμως, με τους Paradise Lost εδώ και χρόνια έχω απεμπλακεί αρκετά. Όχι γιατί με απογοήτευσαν, αλλά γιατί ένιωσα πως η μεταξύ μας σχέση είχε πει σχεδόν όσα είχε να πει. Το “Οbsidian” ήταν ένα τίμιο, συμπαγές άλμπουμ, αλλά όχι κάτι που με έκανε να νιώσω ξανά εκείνη τη δόνηση του “Draconian Times” ή του “Icon”.

Και τώρα έρχεται το “Ascension”, το δέκατο έβδομο studio άλμπουμ των Paradise Lost, για να θυμίσει γιατί αυτοί οι τύποι από το Halifax παραμένουν ακλόνητοι στο πάνθεον του σκοτεινού ήχου. Κυκλοφορεί από τη Nuclear Blast, με παραγωγή του Gregor Mackintosh και μίξη/mastering από τον Lawrence Mackrory, και είναι ένας δίσκος που επιχειρεί να ενώσει τα άκρα του χρόνου — το παλιό και το νέο πρόσωπο των Paradise Lost.

Από την πρώτη κιόλας νότα του “Serpent On The Cross”, γίνεται ξεκάθαρο πως εδώ δεν υπάρχουν εισαγωγές ή προετοιμασίες· το κομμάτι χτυπάει με όλη τη doom βαρύτητά του και θυμίζει γιατί αυτή η μπάντα θεωρείται θεμέλιο του είδους. Ο ήχος είναι τιτάνιος, οι κιθάρες έχουν εκείνο το ψυχρό, μεταλλικό layering που σε καθηλώνει, και ο Nick Holmes εναλλάσσει με μαεστρία καθαρές και βάρβαρες φωνές, ισορροπώντας ανάμεσα στο σήμερα και τις ρίζες του “Lost Paradise”.

Το “Tyrants Serenade” ακολουθεί ως δεύτερο κομμάτι και λειτουργεί σαν φυσική συνέχεια — επιβλητικό, ατμοσφαιρικό, με εκείνο το μελωδικό riff που σε κάνει να σηκώσεις τα φρύδια και να πεις «επιτέλους, αυτό είναι Paradise Lost».  Το “Silence Like The Grave” έρχεται μετά, πιο ευθύ και σφιχτοδεμένο, με χαρακτηριστικό ρυθμό που θυμίζει το πιο μελωδικό, Icon-ικό πρόσωπο της μπάντας. Το “Salvation”, από την άλλη, βουτάει πλήρως στο doom· αργό, τελετουργικό, σχεδόν πνιγηρό, με τη φωνή του Holmes να στάζει απελπισία.

Το “Ascension” συνολικά δεν επιδιώκει να σοκάρει ή να πειραματιστεί. Είναι μια επιβεβαίωση — μια επιστροφή στην ουσία. Όχι σαν πισωγύρισμα, αλλά σαν αποδοχή της ταυτότητάς τους. Μετά από τόσα χρόνια, οι Paradise Lost δεν έχουν ανάγκη να αποδείξουν τίποτα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ο δίσκος είναι άνευρος. Κάθε άλλο. Η παραγωγή είναι πανίσχυρη, το rhythm section (σ.σ.: με τον Guido Montanarini στα τύμπανα πριν αποχωρήσει από τη μπάντα) ακούγεται σαν σιδερένια μηχανή, και οι μελωδίες του Mackintosh παραμένουν καθηλωτικές.

Υπάρχουν βέβαια και πιο επίπεδες στιγμές στο μέσο του δίσκου — κομμάτια όπως το “Lay A Wreath Upon The World” ή το “Diluvium” δείχνουν να γεμίζουν τη ροή χωρίς να αφήνουν ισχυρό αποτύπωμα. Είναι αυτή η μικρή πτώση έντασης που κάνει τον δίσκο να μην φτάνει στα ύψη των κορυφαίων τους εποχών. Όμως, οι κορυφές του “Ascension” είναι πραγματικά ψηλές. Το ομότιτλο κομμάτι που κλείνει τον δίσκο είναι μνημειώδες, σχεδόν κατανυκτικό, και αφήνει εκείνη τη γνώριμη γεύση υπαρξιακής λύτρωσης που μόνο οι Paradise Lost μπορούν να προσφέρουν.

Η θεματολογία κινείται στο γνώριμο φάσμα — υπέρβαση μέσα από το σκοτάδι, η ιδέα της ανόδου (σ.σ.: “Ascension”) ως μεταφορά της λύτρωσης. Δεν χρειάζονται πολλές λέξεις ή λογοτεχνικά σχήματα· η μουσική μιλάει από μόνη της.
Και θα μας δώσει, φαντάζομαι, και την αφορμή να πάμε να τους δούμε ζωντανά και να βροντοφωνάξουμε τους ουκ ολίγους καταθλιπτικούς ύμνους που έχουν γράψει όλα αυτά τα χρόνια.

Συνοψίζοντας: το “Ascension” δεν είναι επανάσταση. Είναι όμως μια δήλωση κυριαρχίας. Οι Paradise Lost δείχνουν ότι ακόμη και μετά από τριάντα πέντε χρόνια καριέρας, μπορούν να ακούγονται αγέρωχοι, βαρύγδουποι, πειστικοί. Αν το “Οbsidian” ήταν η ανάσα, το “Ascension” είναι η κραυγή. Δεν θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας τους, αλλά θα θυμίσει σε όλους γιατί την έγραψαν.

7,5/10
Στέφανος Σπανόπουλος
[email protected]

[Option B]

Η Θεία Λειτουργία πιο αιρετική από ποτέ.

Υπάρχουν δίσκοι που αγκαλιάζουν τις σιωπές. Άλλοι που τις πνίγουν. Κάποιοι προβληματίζουν, μερικοί εμπνέουν ενώ ορισμένοι ομορφαίνουν τα κενά της ζωής. Το Ascension είναι όλα αυτά. Μια μελωδική αιχμαλωσία με στάχτες, κατήφεια και τις πολύχρωμες σκιές ενός χαμένου παραδείσου.

Τρέφω μια παθιασμένη αγάπη για τους Paradise Lost. Για μένα είναι από τα ομορφότερα ηχοχρώματα που έχουν συντροφέψει την καρδιά μου. Κάθε άλμπουμ είναι ένας ψυχικός αστερισμός που φωσφορίζει στο σκοτάδι σαν αποκάλυψη, με αποτέλεσμα να τους ερωτεύομαι κάθε φορά από την αρχή. Το ίδιο συνέβη και τώρα, με ένα κύμα νοσταλγίας και χαρμολύπης. Από την πρώτη υποψία νότας το νέο άλμπουμ εγκαινιάζει μια νέα τάξη πραγμάτων, θεμελιωμένη στα γνωστά αλλά αχαρτογράφητα πεδία της μπάντας. Μια διήγηση βαθιά υπαρξιακή και νοσταλγική. Αμέσως με χτύπησαν δύο εικόνες, μια μυθική και μια βαθιά προσωπική. Σκέφτηκα τον θεό Πλούτωνα να καλλιεργεί στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του Άδη τα καταραμένα ρόδια Περσεφόνης. Έπειτα, θυμήθηκα τον νεότερο μου εαυτό· όταν ανακάλυψα για πρώτη φορά τους Paradise Lost στην αρχή της εφηβείας μου κι έκτοτε πορεύομαι ονειρικά στον κόσμο τους. Ίσως αυτά τα δύο να είναι η καρδιά του “Ascension”: ο θάνατος λιώνει μαλακά στα χείλη πριν αιχμαλωτίσει την ψυχή και η τελευταία σκέψη είναι ο ψυχοσύνθεση πριν τη πρώτη πνοή ζωής. Κι αυτό ισχύει για όλους ανεξαιρέτως, θνητούς, βασιλιάδες και τα παιδιά των θεών.

Ύστερα από το εκκωφαντικό “Οbsidian” (2020) και το γλαφυρά ανανεωμένο “Icon 30” (2023), οι έκπτωτοι μύστες του γοτθικού doom ήχου ολοκλήρωσαν την υπαρξιακή τους τριλογία με μια ωδή στη μεταθανάτια δίκη. Το θρηνητικό “Αscension” είναι το φως μετά το οριστικό τέλος και κοιτά κατάματα τον Θάνατο πριν το αιώνιο ταξίδι. Στη μήτρα αυτής της μακάβριας ατμόσφαιρας αναπτύσσεται ένας οργανικός ήχος, τόσο απτός που σε προκαλεί να τον αγγίξεις. Οι κιθάρες πρωτοστατούν· δραματικές και γεμάτες μελαγχολία κι ευαισθησία. Αργά, mid-tempo riffs, απόκοσμα γυρίσματα και παιχνίδια με το κενό. Οι Mackintosh και Aedy υφαίνουν με ατσάλινες νότες και εύθραυστες γραμμές. Σαν προσευχές που δεν εισακούστηκαν ποτέ. Ακολουθούν τα καθηλωτικά φωνητικά του Nick Holmes, που πλανιούνται μεταξύ των απόκοσμων growls και της κλασσικής doom εξομολόγησης· η καταραμένη φωνή που λατρέψαμε στην πιο ώριμη και βαθιά εκδοχή της. Οι χαμηλές συχνότητες του μπάσου είναι ο υπόγειος παλμός του δίσκου ενώ τα drums χτυπούν βαριά και με ακρίβεια, σαν τελετή αποκάλυψης. Μια κρυστάλλινη, προσεγμένη παραγωγή που ζωντανεύει το καθεδρικό στοιχείο για να το παντρέψει με τη στοιχειωτική κραυγή της μπάντας. Όλα τα όργανα ηχούν πλήρως εναρμονισμένα με πυξίδα τη δυναμική της αντίθεσης έντασης-παύσης που γεμίζει κάθε γωνιά. Το λυρικό ανάθεμα μπλέκεται με την γοτθική αισθητική· τα riffs και οι αρμονικοί αντίλαλοι γίνονται μια μεταφυσική συμφωνία αρχής και τέλους. Εκεί είναι που η ποίηση αποκτά σάρκα.

Το “Ascension” αποτελεί το δέκατο έβδομο στούντιο άλμπουμ των ιερών τεράτων της gothic-doom κουλτούρας. Ένα άλμπουμ που υπογράφει την διαχρονικότητα της μπάντας και μια νέα εποχή στοχαστικής δημιουργικότητας. Ίσως η… Ανάληψη να είναι, μεταξύ πολλών άλλων, η υπαρξιακή αλληγορία της μπάντας. Σίγουρα, πρώτα από όλα είναι ένα θρησκευτικό μανιφέστο που ακροβατεί ανάμεσα στον μεσαιωνικό σκοταδισμό και στον αναγεννησιακό διαφωτισμό πιο σύγχρονα από ποτέ.

Το νόημα του “Ascension” ελλοχεύει στο εμβληματικό εξώφυλλο. Ο πίνακας του οραματιστή George Frederick Watts με τον τίτλο “The Court Of Death” που δίχασε κι επηρέασε βαθιά τον βικτωριανό καλλιτεχνικό κόσμο. Κεντρικά, σε ένα ψηλό βάθρο κάθεται η αγγελική προσωποποίηση του Θανάτου· το πειστήριο όργανο της δικαιοσύνης. Στην αγκαλιά του κοιμάται γαλήνια ένα βρέφος και γύρω του εκείνοι που δικάζονται: όλα τα κοσμικά αρχέτυπα. Πίσω οι Ταξιάρχες απεικονίζονται ως μορφές της Σιωπής και του Μυστηρίου· φρουρούν τις παραδείσιες πύλες και φυλούν τις ψυχές που δικάζονται. Πεσμένο και καταπατημένο προβάλλεται το Βιβλίο της Ζωής, απαριθμώντας τις πράξεις των ζωντανών. Στο βάθος φωσφορίζει διακριτικά το «Αστέρι της Ελπίδας», μια ηλιαχτίδα στον σβησμένο ουρανό. Εξουσία, ομορφιά, αρρώστια και φτώχεια θαμπώνουν το επιβλητικό έργο σαν υπόνοιες της κοσμικής κατάρρευσης.  Η ιδέα πίσω από την εικόνα: ο Θάνατος είναι το πραγματικό σφυρί της Δικαιοσύνης. Στο τελικό στάδιο της ζωής οι διαφορές παραγράφονται και το τέλος είναι αναπόφευκτο κομμάτι της μοίρας. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να διαβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει συνέχεια. Γεγονός που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τους Paradise Lost και τους προκάλεσε να ζωγραφίσουν τον πίνακα από την αρχή, με μελωδίες, συναισθήματα και μια ιδέα από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Μια εκατονταετία αργότερα, η Θεία Δίκη επιστρέφει μέσα από τον ήχο· όχι για να τρομοκρατήσει, αλλά για να ανατρέψει τα παραδοσιακά θεμέλια και να ωθήσει το πνεύμα πέρα από τα όρια του.

Αναμφίβολα η ψυχολογία του άλμπουμ φωλιάζει στα τρία ολέθρια singles. Η αρχή έγινε με τη προφητική καταιγίδα του “Silence Like The Grave”. Έντονα σπαραχτικό με βραχνά φωνητικά και κιθάρες που χαράζουν τις σιωπές. Η μεταθανάτια ζωή γίνεται προπαγάνδα της εκκλησιαστικής ηγεμονίας με στόχο τον χειρισμό του όχλου. Το μόνο αληθινό είναι η νεκρική σιγή. Ακολούθησε το απόκοσμο “Serpent On The Cross”, ο πυρήνας του άλμπουμ. Ανατριχιαστικά growls, βαριά riffs , τρεμάμενα solos και drums που καλπάζουν στην ομίχλη. Ένα συγκλονιστικά όμορφο κομμάτι που ενσαρκώνει τα εντονότερα χρώματα της μπάντας. Τέλος, το εύθραυστο “Tyrants Serenade” κλείνει με χάρη τη συναισθηματική τριλογία. Ατμοσφαιρικό και εξομολογητικό. Τα riffs αγκαλιάζουν τις φωνητικές harsh-doom εναλλαγές ενώ τα υπνωτισμένα drums ηχούν σαν ραγισμένος καθρέφτης. Ο άνθρωπος γεννιέται για να καταρρεύσει· όπως οι μεγάλες αυτοκρατορίες.

Τα υπόλοιπα κομμάτια κουβαλούν από ένα κομμάτι της μαγείας του άλμπουμ. Το “Salvation” είναι ο εκκωφαντικός διάλογος της ψυχής με την ίδια της την οντότητα. Κοράκια, εκκλησιαστικοί απόηχοι και κιθάρες που ζωγραφίζουν. Τα drums ηχούν σαν το σφυρί της δικαιοσύνης καθώς τα growls μαρτυρούν την αγωνία της ψυχής για σωτηρία. Το απρόσμενα απαλό “Lay A Wreath Upon The World” μοιάζει με κάλεσμα λησμονημένου ονείρου. Μετά τα πρώτα δύο λεπτά, υπνωτίζει και λιώνει όλη σου την ύπαρξη. Στη συνέχεια, η ψυχολογία ανεβαίνει με το ορμητικό Diluvium. Ένας απειλητικός, old-school ύμνος που ξύνει παλιές πληγές. Το “Savage Days” μου έκοψε την ανάσα. Ένας αβάσταχτα μελαγχολικός ψίθυρος που μαρτυρά  πως δεν θρηνούν μόνο οι ζωντανοί· οι νεκροί απλώς δεν μπορούν να ακουστούν. Το εκπληκτικό solo συνθλίβει όλο σου το είναι. Σίγουρα το “Sirens” είναι η απελπισία με σάρκα και οστά. Τα συναισθήματα καρφώνουν τη καρδιά καθώς οι πειρασμοί κρύβονται πίσω από τις προσευχές. Σαν απάντηση έρχεται το “Deceivers”, ένα από τα δυνατότερα κομμάτια. Οργισμένο κι ανάλαφρο, φωνάζει τις Σειρήνες με το αληθινό τους όνομα. Άλλος ένας κλασσικός doom μονόλογος είναι το The Precipice. Με πληγωμένη φωνή και αργή μελωδία, δηλώνει ότι οι φίλοι είναι πληγές και το τελευταίο solo συμφωνεί σπαραχτικά. Το εκκλησιαστικό “The Stark Town” είναι ίσως το πιο ζωντανό κομμάτι. Riffs που λιώνουν κόκκαλα, drums που χτυπούν απευθείας στο μυαλό και solos που ζαλίζουν σαν καμένο λιβάνι. Η δίκη ολοκληρώνεται με το “A Life Unknown” με ατσάλινα riffs, μεθυστικά solos και μια αντανάκλαση της ευαισθησίας των Paradise Lost.

Το “Ascension” είναι κατάθεση ψυχής. Προσεγγίζει τους βαθύτερους φόβους της ανθρώπινης υπόστασης μέσα από την ωριμότητα, το πάθος και τους γλυκούς ψιθύρους του ερέβους. Μετά τη τελευταία νότα, σε καταπίνει μια σιωπή που σε μαθαίνει να ανασαίνεις από την αρχή. Δηλώνει ότι δεν είναι το τέλος αλλά η μεταμόρφωση μέσα από αυτό. Οι Paradise Lost δεν έγραψαν απλώς έναν ακόμη δίσκο· έπλεξαν ένα εγκώμιο ιδεών στις πιο μαραζωμένες νότες του κόσμου τους. Ακόμη, δίδαξαν ότι το αληθινό φως βρίσκεται βαθιά μέσα στο σκοτάδι-αρκεί να τολμήσει κανείς να βουτήξει για να το βρει. Κλείνοντας τα μάτια μετά το τελευταίο κομμάτι, όλοι θα οραματιστούν το παιδί που κάποτε υπήρξαν· εκείνο που για πρώτη φορά ανακάλυψε τη μπάντα που γεννήθηκε για να πλάθει τον παράδεισο από την αρχή. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

9.5/10
Μαργαρίτα Totentanz
[email protected]

728x90GRadvert - 728|90|728x90GRadvert||https://www.greekrebels.gr/epikoinonia/|both
20000
110

Related posts

Leave a Comment

Leave a review

  • Στέφανος Σπανόπουλος
  • Ρίτα Totentanz

X