Ήμουν οπαδός των Behemoth μέχρι και το “The Satanist”. Ένα άλμπουμ αναμφίβολα ενδιαφέρον, πολύπλοκο, στιχουργικά φορτισμένο και καλοφτιαγμένο, αν και, όπως λένε και στο χωριό μου, “not my cup of tea”. Από εκεί και πέρα όμως, ξεκίνησε για μένα η μεγάλη κατηφόρα. Όπως συμβαίνει με πολλές μπάντες που έπαιζαν για χρόνια και κάποια στιγμή κατάφεραν να κάνουν το εμπορικό τους μπαμ, έτσι κι εδώ: η δισκογραφία τους μπήκε σε τροχιά «συνταγής που δεν αποτυγχάνει».
Το αποτέλεσμα ήταν ένας φαύλος κύκλος από άλμπουμ επιτηδευμένα, γεμάτα θεατρινισμούς και ποζεριά, με επανάσταση και αντιχριστιανικά παραληρήματα για τα likes, και φιλοσοφικά στολίδια για τις πωλήσεις. Η ουσία είχε δώσει τη θέση της στην επιφάνεια. Και κάπως έτσι, κάθε φορά που πάταγα το play στα τελευταία τους άλμπουμ, η πρώτη λέξη που μου ερχόταν στο μυαλό ήταν μία: ΒΑ-ΡΙΕ-ΜΑΙ!
Το “The Shit Ov God” φαίνεται να αναγνωρίζει, έστω και σιωπηλά, την κόπωση που δημιούργησαν τα προηγούμενα άλμπουμ. Είναι ένας πιο συγκρατημένος, πιο «σφιχτός» δίσκος, με συνθέσεις που επιδιώκουν να σταθούν με αυτάρκεια χωρίς την ανάγκη περιτυλίγματος. Οι διάρκειες είναι μικρότερες, οι δομές πιο άμεσες, και το γενικότερο ηχητικό πλαίσιο, αν και γνώριμο, δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περιττές εξάρσεις.
Η παραγωγή, όπως πάντα, είναι άψογη. Ο Inferno παραμένει το μηχανικό θηρίο πίσω από τα τύμπανα, κρατώντας τη ραχοκοκαλιά της μπάντας ζωντανή. Οι κιθάρες, λιγότερο χαοτικές από παλιότερες εποχές, χτίζουν συνθέσεις με σαφή κατεύθυνση και πιο μελωδική προσέγγιση. Το groove κάνει την επανεμφάνισή του σε αρκετά σημεία, σε μια προσπάθεια επανασύνδεσης με παλιότερα ακούσματα.
Δεν είναι τυχαίο πως αρκετές στιγμές του άλμπουμ μοιάζουν να κοιτούν προς τα πίσω, σχεδόν επιδεικτικά. Υπάρχει μια συνειδητή, κατά τόπους επιτηδευμένη, προσπάθεια επανασύνδεσης με τις ρίζες του “Zos Kia Cultus” (2002) και του “Demigod” (2004). Το riffing σε σημεία θυμίζει τις παλιές τους φόρμες, ενώ και η συνολική ρυθμική προσέγγιση δείχνει πως έχουν πλήρη επίγνωση του τι περιμένει να ακούσει ο ακροατής που τους άφησε πίσω πριν μία δεκαετία και βάλε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι καταφέρνουν να αναβιώσουν τη χειμαρρώδη ορμή εκείνων των άλμπουμ. Αντίθετα, η πιο στρωτή και ατμοσφαιρική αισθητική που κουβαλούν τα τελευταία χρόνια εξακολουθεί να κυριαρχεί, εξισορροπώντας την όποια επιστροφή στα παλιά με έναν πιο σύγχρονο, ελεγχόμενο χαρακτήρα.
Στιχουργικά, το μοτίβο παραμένει ίδιο. Αντιθρησκευτική ρητορική, αποσπάσματα λατινικών, αρχέτυπα του χάους και του Εωσφόρου, με την απαραίτητη δόση υπαρξιακής αγωνίας. Το καλό είναι ότι αυτή τη φορά όλα αυτά παρουσιάζονται με κάπως λιγότερη πόζα και κάπως περισσότερη ειλικρίνεια. Το κακό είναι ότι, αν έχεις ακούσει έστω και δύο από τα τελευταία τους άλμπουμ, νιώθεις πως έχεις ξαναπεράσει από εδώ.
Κομμάτια όπως το “The Shadow Elite” και το “Sowing Salt” ξεχωρίζουν για έναν απλό λόγο: στην τελική ευθεία του δίσκου, οι Behemoth αποφασίζουν να παίξουν τραγούδια και όχι generic λιτανείες πάνω σε επιτηδευμένες ατμοσφαιρικές φανφάρες. Υπάρχει ρυθμική ποικιλία, κάποια riffs έχουν πραγματικό βάρος, και η μπάντα δείχνει να θυμάται, έστω και για λίγο, πώς ήταν όταν έγραφε μουσική με ένστικτο και όχι με blueprint. Δεν πρόκειται για μεγάλες στιγμές ούτε για κάποιο breakthrough στο χώρο του blackened death metal. Όμως, σε αντίθεση με τα μαρτυρικά δημιουργήματα που προηγήθηκαν, το “The Shit Ov God” κυλάει σαφώς πιο ευχάριστα. Η ακρόαση δεν είναι τιμωρία. Αντιθέτως, μου κίνησε το ενδιαφέρον και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια με έκανε να επιστρέψω για αρκετές ακροάσεις. Not bad.
7/10
Στέφανος Σπανόπουλος
[email protected]


