Firewind – Firewind (AFM)
Θοδωρής Κατσικονούρης70%
Νίκος Σιγλίδης80%
75%Overall Score
Reader Rating: (0 Votes)
0%
nano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothPsychotic Waltz_Ath_728x90 - 728|90|Psychotic Waltz_Ath_728x90|||bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothhaursen2 - 728|90|haursen2||https://www.facebook.com/HaursensGuitarWorkshop/|bothamadeus banner greekrebels 1 - 728|90|amadeus banner greekrebels 1|||bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||both
20000
110

[Option A]
Η αλήθεια είναι ότι όταν μου ανατέθηκε η συγκεκριμένη δουλειά χάρηκα ιδιαίτερα μιας και οι Firewind αποτελούν για μένα προσωπικά όχι μόνο μία από τις αγαπημένες μου εγχώριες μπάντες αλλά και μια απόδειξη ότι το power metal έχει ακόμα αξιόλογα πράγματα να προσφέρει. Κάτι τέτοιο επιβεβαιώθηκε με το προηγούμενο τους άλμπουμ, “Immortals”, το οποίο το θεωρώ την καλύτερη δουλειά τους μετά το The Premonition” (σ.σ.: αυτό το “Hands Of Time” ακόμα παίζει στο κεφάλι μου διάολε!). Όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς, η μπάντα ύψωσε τον πήχη πολύ ψηλά.

Κατά την άποψη μου, η αλήθεια για αυτούς βρίσκεται κάπου στη μέση. Από τη μία, παρά τη φυγή του Μπάμπη, ο οποίος ήταν βασικός συνθέτης στη μπάντα, και την αλλαγή τραγουδιστή, η μπάντα έχει γράψει έναν μεστό δίσκο με ροή που δεν κουράζει στο άκουσμα ενώ ο νεοφερμένος τραγουδιστής Herbie Langhans δείχνει πως μόνο τυχαία επιλογή δεν ήταν, καθώς η φωνή του έχει κάτι από τη χροιά του τραγουδιστή Stephen Fredrick, ο οποίος τραγούδησε στο ντεμπούτο της μπάντας, “Between Heaven And Hell” (2002).

Από την άλλη όμως, οι Firewind σε αυτό το δίσκο εμφανίζονται σχετικά πιο πεσμένοι συγκριτικά με τον προκάτοχό του και σε αυτό δεν μπορεί παρά να οφείλεται η φυγή του Μπάμπη από τη σύνθεση. Σε καμία περίπτωση το Firewind” δεν είναι κακός δίσκος. Έχει μέσα πολύ δυνατές στιγμές (σ.σ.: προσωπικό αγαπημένο μου το “Devour”, το οποίο είναι έπος) απλά στο σύνολο του δεν καταφέρνει να ενθουσιάσει όσο θα έπρεπε. Πάντως, αν κρίνουμε από τις μελωδίες και όλη την ανάπτυξη του “Devour”, πιστεύω ότι αυτό που ταιριάζει περισσότερο στη μπάντα είναι κομμάτια αυτού του στυλ, δηλαδή πιο “επικά” χωρίς ωστόσο να γίνονται “anthemic”. Κομμάτια σαν αυτά του “Immortals” δηλαδή.

Εν κατακλείδι, σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ πως το Firewind” με απογοήτευσε, είναι ένας οκ δίσκος με κάποιες πολύ δυνατές στιγμές, απλά λαμβάνοντας υπόψη το album που είχε προηγηθεί, περίμενα κάτι πιο συνταρακτικό. Σίγουρα πάντως όταν τους δούμε ζωντανά θα ξεχάσουμε όσα μας απασχολούν.

7/10
Θοδωρής Κατσικονούρης
[email protected]

—————————————————————————————————————————————-

[Option B]
Για το συγκεκριμένο σχήμα μπορώ να μιλήσω για αρκετές ώρες, καθότι οπαδός. Θυμάμαι ακόμα πως όταν πρωτοξεκινούσε το περιοδικό, ο Gus μου είχε στείλει για κριτική σε ένα CD-R το Burning Earth που δεν είχε κυκλοφορήσει πολύ καιρό τότε, όπως και το Evilized των Dream Evil. Τα υπόλοιπα σε fast forward είναι μια σχέση γνωριμίας και στήριξης στο πρόσωπο του Σαλονικιού shredder ανά τα χρόνια, είτε με τους Firewind, είτε με το προσωπικό του σχήμα.

Πλέον εν έτη 2020, οι Firewind αντιμετωπίζουν την μεγαλύτερη πρόκληση στην πορεία τους. Ο προτελευταίος από τον πυρήνα της κλασσικής σύνθεσης της περιόδου 2006-2012, από το The Premonitionέως και το “Few Against Many”, κιθαρίστας/πληκτράς (σ.σ.: ή και πολυμηχάνημα) Bob Katsionis (σ.σ.: είχε προηγηθεί η αποχώρηση του frontman Apollo Papathanasio το 2013) αλλά και ο – για μια πενταετία περίπου – frontman του σχήματος, Henning Basse, αποτελούν παρελθόν από τις τάξεις του σχήματος. Πλέον τα εναπομείναντα μέλη (σ.σ.: Gus G.; κιθάρες/πλήκτρα, Petros Christo; μπάσο & Jo Nunez; τύμπανα) αποφασίζουν να κινηθούν ως κουαρτέτο με την προσθήκη του εξαιρετικού τραγουδιστή Herbie Langhans (ex-Seventh Avenue,  ex-Sinbreed). Πιστεύω ότι αν αυτός ήταν και στο προηγούμενο album της μπάντας, το “Immortals” (2017), ίσως να ακουγόταν κατά πολύ καλύτερο, μιας και το θεωρώ μαζί με το “Few Against Many” (2012) τα πιο αδύναμα της μπάντας από συνθετικής μεριάς.

Όμως η κατάσταση σώζεται στο νέο ομώνυμο album, το οποίο κατά την προσωπική μου άποψη είναι πολύ καλύτερο από τα δυο εκείνα μαζί. Κερδίζει και χάνει σε σημεία. Ναι μεν μπορεί να λείπουν τα χαρακτηριστικά πλήκτρα του Bob αλλά από την άλλη έχεις όπως προείπα, έναν πολύ καλύτερο frontman.

H ακουστική εισαγωγή με ένα distorted lead κιθάρας κάνει το εναρκτήριο Welcome To The Empire να σου φέρνει στο μυαλό ένα δυνατό comeback πίσω στην εποχή του Burning Earth”(2002) & “Between Heaven & Hell” (2003). Ακολουθεί το “Devour”, όπου οι μνήμες του “Allegiance” (2006) είναι και πάλι ζωντανές. Κάλλιστα το εν λόγω κομμάτι θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί μέσα. Ίσως να αποτελεί για εμένα ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχει γράψει ποτέ ο Gus, με φουλ επιθετική μορφή. Έπειτα συναντάμε το πρώτο single, το “Rising Fire”, το οποίο προσωπικά δεν με είχε πείσει. Θεώρησα ότι είναι κομμάτι που λοξοκοιτά περισσότερα στην προσωπική δισκογραφία του Σαλονικιού κιθαρίστα παρά στην Firewind νοοτροπία. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί το προηγούμενο δείγμα ήταν εξαιρετικό. Στο “Break Away” έχουμε ακριβώς ίδιο σκηνικό με το προηγούμενο κομμάτι. Και αυτό θεωρώ ότι έχει μια πιο hard rock προσέγγιση που πηγάζει από την Yngwie Malmsteen νοοτροπία και αυτό χάρη στα πλήκτρα. Βέβαια, περιέχει εξαιρετικά solos. Σίγουρα όμως θα είναι ένα από τα hit στις επερχόμενες εμφανίσεις του σχήματος.

Το “Orbitual Sunrise” από την άλλη είναι μια επιστροφή στα galloping riffs τα οποία είχαν εκλείψει. Ένα διάχυτο hard rock vibe και σε αυτό το κομμάτι ενώ πολύ καλή είναι η ερμηνεία από τον Herbie. Βρισκόμαστε στα μισά του δίσκου όπου εμφανίζεται το “Longing To Know You”, η  μπαλάντα του δίσκου. Εδώ κερδίζει η όλη ατμόσφαιρα στο πίσω μέρος αλλά και ο Herbie κερδίζει έδαφος, έχοντας δείξει τις δυνάμεις του. Εδώ πάντως μου φέρνει κατά πολύ στον Stephen Fredrik. Το “Perfect Stranger” διαθέτει ένα εξαιρετικό μπάσιμο, το οποίο διαρκεί σε όλο το κομμάτι, κάτι που το κάνει απαραίτητο να έχει θέση στα live set του σχήματος. Ακολουθεί το “Overdrive”, άλλη μια hard rock στιγμή. Ίσως μαζί με το “Rising Fire” να είναι τα κομμάτια τα οποία δεν με ενθουσίασαν καθόλου.

Τρία κομμάτια πριν από το τέλος, το “All My Life” είναι το απόλυτο hard rock κομμάτι τύπου Jorn Lande meets Joe Lynn Turner (σ.σ.: για τους μυημένους), το οποίο σκοτώνει. Εξαιρετικά riffs, νεοκλασικό solo από τον Gus, ο Herbie δίνει recital ενώ η κορώνα του στο τέλος αποκορύφωση. Προτελευταίο, το “Space Cowboy” είναι από τα “must play live”  κομμάτια του δίσκου. Σίγουρα θα μπορούσε να υπάρχει για εμένα κάπου μέσα στο “Days Of Defiance”, μιας και μου αποπνέει ένα τέτοιο vibe. Βέβαια, το “Kill The Pain” αποτελεί τον  καλύτερο τρόπο να κλείσει αυτή η κυκλοφορία. Δυνατό όσο δεν πάει το εν λόγω κομμάτι, όπου μαζί με το προαναφερθέν, αποζητούν άμεση τοποθέτηση σε live playlist.

Για να συνοψίσουμε κάπου εδώ… Αν είστε και εσείς της ίδιας άποψης, ότι τα “Few Against Many” (2012) και “Immortals” (2017) είναι τα λιγότερα δυνατά άλμπουμ της πορείας τους, τότε στο Firewindθα αλλάξετε γνώμη. Ναι μεν αφήνετε πίσω στοιχεία του παρελθόντος τα οποία μπορεί να σας λείψουν, από την άλλη έχετε να κάνετε με μια εξαιρετική δουλειά. Αξίζει πραγματικά την θέση της στην δισκοθήκη σας.

8/10
Νίκος Σιγλίδης
[email protected]

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.