The Forsaken

haursen2 - 728|90|haursen2||https://www.facebook.com/HaursensGuitarWorkshop/|bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothnano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||bothBob-Katsionis_728x90 - 728|90|Bob-Katsionis_728x90|||both
20000
110

Μετά από 9 ολόκληρα χρόνια, με μοναδικά σημάδια ζωής τόσα χρόνια ένα demo, κάποιες ανακοινώσεις και μερικές υποσχέσεις, οι Σουηδοί The Forsaken γνωστοί για το μπασταρδεμένο μελωδικό-κάφρικο πολύ δυναμικό Death Metal τους είναι πάλι εδώ με δίσκο οδοστρωτήρα που έρχεται να προσθέσει άλλο ένα ακόμα λίθο στο τρομερό σερί των Death Metal κυκλοφοριών για φέτος. Και από ότι φαίνεται από όσα μας είπε ο κιθαρίστας τους. Alf Patrik Persson, επέστρεψαν για να μείνουν!

Γεια σου Patrik, πρώτα από όλα θα ήθελα να σε συγχαρώ για την τελευταία σας κυκλοφορία, ‘Beyond Redemption’. Πως νοιώθετε για αυτή και τι ιδιαίτερο υπάρχει για σας εδώ και σε αυτήν την πολύ καιρό αναμενόμενη (υποθέτω) κυκλοφορία;

Σε ευχαριστούμε πολύ! Είναι πολύ ωραίο συναίσθημα το να κυκλοφορείς ένα δίσκο για άλλη μια φορά.. Αν και πάνε 9 χρόνια από όταν είχαμε βγάλει τον τελευταίο μας δίσκο, ακόμα ζω τα μικτά συναισθήματα φόβου και ενθουσιασμού του να πετάς το πνευματικό παιδί σου στους λύκους είτε για να αποθεωθεί, η να κομματιαστεί ή απλά να αγνοηθεί. Είναι πολύ ιδιαίτερο για μας από πολλές απόψεις. Φυσικά και είναι σαν να ξανακάνεις τα πρώτα σου βήματα για άλλη μια φορά μιας και απείχαμε από τον χώρο τόσο καιρό. Στο παρελθόν η αλήθεια είναι ότι δε σκεφτόμασταν και πάρα πολύ το τι κάναμε, από μουσικής άποψης, απλά πηγαίναμε προς ολοταχώς καθώς δεν υπήρχε χώρος για δεύτερη σκέψη. Για αυτό το άλμπουμ ήμασταν πολύ προσεκτικοί από ότι πριν και προσπαθήσαμε να το πλάσουμε ακριβώς στη μορφή που θέλαμε. Η διαδικασία ήταν πολύ πιο δομημένη αυτή τη φορά και ξέραμε από πριν πως το θέλαμε να ακούγεται.

Είσαστε κομπλέ με το τελικό αποτέλεσμα; Όλα έγιναν όπως θέλατε ή πιστεύετε ότι υπήρχε χώρος για αλλαγές;

Συνήθως παίρνει αρκετά μέχρι να απορροφήσεις πλήρως ένα άλμπουμ ειδικά μετά από τόσο εξουθενωτική διαδικασία ηχογραφήσεων και μιξάζ και μόνο μόλις τώρα καταφέρνω ουσιαστικά να το ακούσω με ανοιχτό μυαλό σαν φρέσκο άκουσμα. Όπως με όλα τα άλμπουμ που έχουμε κυκλοφορήσει ανακάλυψα κάποια μειονεκτήματα τόσο σα μουσικός και σα συνθέτης. Υπάρχουν λοιπόν μόνο κάποιες μικρές λεπτομέρειες τις οποίες θα ήθελα να διορθώσω αλλά δε θυμάμαι να ήμουν συνολικά τόσο ευχαριστημένος με κάποια από τα υπόλοιπα άλμπουμ μας.

Τι έχετε ακούσει σχετικά με το δίσκο εντός και εκτός Σουηδίας; Κάποια διαφορά ανταπόκρισης ανάμεσα σε Ευρώπη και Αμερική; Κάποια σύγκριση με τους παλαιότερους δίσκους;

Η ανταπόκριση του κοινού ήταν πάρα πολύ καλή και από παντού. Η αλήθεια είναι δε σκέφτηκα να δω άμα οι αντιδράσεις ήταν διαφορετικές πέρα από τη θάλασσα. Παρ’ όλα αυτά φαίνεται να στέκεται άνετα δίπλα στο παλιότερο υλικό. Αυτό ήταν το μεγαλύτερο μου άγχος, εάν θα μπορούσε αυτός ο δίσκος να ξεπεράσει τον παράγοντα νοσταλγίας που πηγάζει από τα παλιότερα άλμπουμ. Γενικά ήμουν και ακόμα είμαι πεπεισμένος ότι το “Beyond Redemption” είναι ό,τι καλύτερο έχουμε κάνει σε όλα τα επίπεδα. Η γενική ιδέα είναι ότι παίζει στα ίσα τους παλιούς δίσκους. Κάποιοι το θεωρούν καλύτερο, κάποιοι σχεδόν ίδιου επιπέδου. Πάντως δεν έχω ακούσει κάτι αρνητικό ακόμα.

Από τη γέννηση της μπάντας το 1998/99 όλοι οι δίσκοι σας ακολουθούσαν αυτό που λέγεται σκηνή του Gothenburg! Παρ’ όλα αυτά, αρχίζοντας πιο πολύ στο ύφος των At the Gates στις πολύ αρχές μετέπειτα τελειοποιήσατε τον ήχο σας με επιρροή από μπάντες στο ύφος των Morbid Angel και άλλων thrash/death μπαντών. Και άρα σήμερα, στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον, οι The Forsaken φαίνεται να γεφυρώνουν τον ήχο Αμερικής και Ευρώπης. Αλλά γιατί δε μας λες εσύ ο ίδιος κάποια πράγματα για τις επιρροές σου και να μας περιγράψεις αυτό το είδος Azores Metal (ανάμεσα σε Ευρώπη και Αμερική) που παίζετε; Επίσης πες μας πως κλιμακώθηκε το ύφος της μπάντας με τα χρόνια και γιατί.

Οι επιρροές της μπάντας έχουν αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια. Στην αρχή πριν από το πρώτο μας άλμπουμ γέρναμε περισσότερο προς το μελωδικό death/thrash ήχο. Μπάντες όπως Death, At The Gates, In Flames και Dark Tranquility ήταν ένας πολύ βασικός παράγοντας στον ήχο μας για τα πρώτα δύο demo που κυκλοφορήσαμε πίσω στο 98-99. Ήδη όταν γράφαμε υλικό για το “Manifest of Hate” είχαμε αλλάξει πορεία ελαφρώς. Ακόμα γράφαμε μελωδικό υλικό όμως επίσης θέλαμε να εισάγουμε πιο brutal καταστάσεις. Πάντα γουστάραμε την παλιά σχολή της Στοκχόλμης (Dismember, Entombed, Grave) και της Florida (Deicide, Morbid Angel) αλλά τότε για πρώτη φορά προσπαθούσαμε να το κάνουμε ιο εμφανές στα τραγούδια που γράφαμε. Αυτός ο διαχωρισμός ήταν κάτι που κουβαλούσαμε για όλα μας τα άλμπουμ. Μετά το ντεμπούτο αφήσαμε τα των At The Gates επειδή νοιώσαμε ότι είχε παραγίνει εκείνη την εποχή αλλά συνεχίσαμε να εξισορροπούμε στον ήχο μας τη μελωδία και την καφρίλα, αλλά χωρίς να πατάμε σε αυτό το στυλ. Για αυτό το δίσκο οι επιρροές είναι πιο δύσκολο να βρεθούν. Πολλά έχουν γίνει και αμέτρητες καινούργιες επιρροές έχουν προστεθεί. Το υλικό για το “Beyond Redemption” δημιουργήθηκε από το 2005 έως το 2012 και έτσι από αυτή την άποψη είναι το πιο ‘κομματιασμένο’ άλμπουμ μας. Δένει όμως αρκετά καλά γιατί γνωρίζαμε από την αρχή που πηγαίναμε και δε φοβόμασταν να πετάξουμε καλά riffs που δεν κόλλαγαν.

Τι καινούργιο περιμένει τον ακροατή σε αυτή τη κυκλοφορία και τι μοναδικό πιστεύεται μπορεί να προσφέρει; Για μένα ήταν μια από της καλύτερες και πιο ζουμερές κυκλοφορίες για το καλοκαίρι του 2012. Αλλά πως πιστεύεται ότι θα σταθεί ο δίσκος διπλά στις άλλες τρομερές κυκλοφορίες του είδους; Ευτυχώς το 2012 ήταν μια πολύ καλή χρονιά για το Death Metal αλλά από την άλλη πρέπει να συναγωνιστείτε κυκλοφοριάρες των Asphyx, Unleashed, Cannibal Corpse, Dying Fetus και πολλών ακόμα. Ποια είναι τα ατού του δίσκου για σένα και γιατί να σας προσεγγίσει ο ακροατής;

Επειδή είμαστε οι καλύτεροι από όλους και χρειαζόμαστε τα λεφτά να τα ξοδέψουμε σε αλκοόλ και πουτάνες. ΧΑΧΑΧΑΧΑ!!! Λοιπόν για να είμαι ειλικρινής δεν είμαι σίγουρος πόσο πολύ θα κοντραριστεί συγκρινόμενο με τα υπόλοιπα άλμπουμ της χρονιάς, ειδικά τα καινούργια Dying Fetus και Unleashed είναι τρομερά. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι βάλαμε ένα καλό δίσκο με ποιοτικό Death Metal. Σε αυτά τα χρόνια του σκατένιου Metalcore και υπερτεχικών άψυχων σκουπιδιών, είναι καλό να έχεις να ακούς κάτι που δεν προσποιείται και είναι αυτό που είναι! p it might be cool to listen to an album that is unpretentious and to the fucking point. Ούτε απάτες, ούτε image, ούτε παπαριές.

Όπως και να ‘χει η μπάντα φαίνεται πολύ σταθερή και ώριμη με αυτή την κυκλοφορία. Υπερ-μελωδιάρες στην κιθάρα, βαρβάτα ντραμς και όλα αυτά πακεταρισμένα σε πολύ καλές συνθέσεις με μπόλικα ευμνημόνευτα σημεία! Κάτι που θα ήθελες να προσθέσεις σε αυτό και γενικά κάποιο σχόλιο για το πώς ασχολείστε με τη μουσική σας πλέον;

Τι υπάρχει να προσθέσουμε σε αυτή την κολακευτική περιγραφή; Θα έπρεπε να την κλέψουμε και να τη βάλουμε στα promos μας.

Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που πραγματεύεται στιχουργικά ο δίσκος και τι σας ώθησε να γράψετε για αυτό;

Με την πρώτη ματιά οι στίχοι φαίνεται να ασχολούνται με αντιθρησκευτικά θέματα αλλά αυτό δεν είναι απόλυτα αλήθεια. Η περισσότερη όμως έμπνευση έρχεται από τη παγκόσμια κοινωνική και πολιτική σκηνή. Το “Foul Messianic Grace” είναι για παράδειγμα μια αντίδραση από εμένα για τις επερχόμενες εκλογές των ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ και τους σιχαμερούς υποψήφιους των. Για μένα οι θρησκείες είναι πολιτική με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται συνήθως, ειδικά εκεί. Αντί να ασχολούνται με πνευματικά θέματα οι περισσότεροι θρησκευτικοί αρχηγοί και αυτοί που ισχυρίζονται ότι είναι βαθιά θρησκευόμενοι φαίνεται να είναι ασχολούνται ιδιαίτερα με το πώς θα παρέμβουν στις προσωπικές ζωές των πολιτών επιβάλλοντας τις αξίες τους στους άλλους και να βγάζουν κέρδος σε αυτόν τον κόσμο παρά στον επόμενο. Ακριβώς όπως οι κανονικοί πολιτικοί.

Πες μας μερικά λόγια για τα μέλη της μπάντας. Υπάρχουν καθόλου νέα άτομα εδώ και πως έκατσε να μπουν στη φάση;

Ναι δυστυχώς ο κιθαρίστας Stefan Holm αποφάσισε να παρατήσει τη μπάντα κατά την περίοδο αποχής. Δεν μας ήρθε ξαφνικό όταν το ανακοίνωσε καθώς κάτι είχαμε αρχίσει να ψυλλιαζόμαστε ότι κάτι έλλειπε για αυτόν. Πιθανό να ήταν εκνευρισμένος με την πολύ αργή πρόοδο της μπάντας και αποφάσισε να ασχοληθεί με τα άλλα ενδιαφέροντα του. Παρόλα αυτά είμαστε ακόμα καλοί φίλοι και δεν έχει κρατήσει κανένας κακία. Τον αντικατέστησε ο Calle, πιθανόν γνωστότερος για το ότι είναι μπασίστας – τραγουδιστής στους Deranged, ο οποίος φαίνεται να είναι και γαμώ τους κιθαρίστες επίσης. Ουσιαστικά τον γνωρίζαμε πριν μπει στην μπάντα. Ο Anders είχε παίξει μαζί του σε διάφορες μπάντες που έμειναν στα demo πριν και ο Nicke τον ήξερε αρκετά καλά καθώς μπάντα μοιράζονταν την ίδια σκηνή στο Sweden Rock Festival. Δεν ήταν η πρώτη μας επιλογή ήταν η μοναδική μας επιλογή και δεν το έχουμε μετανιώσει ως τώρα. Κολλάει γάντι.

Πως συνεισφέρουν τα διάφορα μέλη της μπάντας στο γράψιμο των τραγουδιών;

Όπως είπα εγώ είχα το δεσπόζον ρόλο για αυτόν το δίσκο γράφοντας τα περισσότερα riffs, στίχους και ενορχηστρώσεις. Ο Calle και ο “Junior” έβαλαν το χεράκι τους με μερικά riffs από εδώ και από ‘κει αλλά ο βασικός όγκος του υλικού γράφτηκε από εμένα. Για το επόμενο άλμπουμ είμαι σίγουρος ότι οι ρόλοι θα είναι πιο μεικτοί. Τώρα πλέον ο Calle είναι πιο χωμένος στην μπάντα και καταλαβαίνει πλήρως που οδεύουμε οπότε πολύ πιθανόν να επηρεάσει πολύ περισσότερο στον επόμενο δίσκο.

Που ηχογραφήσατε αυτό το δίσκο και πως ήταν το περιβάλλον;

Για αυτόν εδώ αποφασίσαμε ότι κατέχουμε τη γνώση να κάνουμε μόνοι μας τις ηχογραφήσεις. Προσωπικά είχα ηχογραφήσει και κάποια demo μας οπότε ένοιωθα ότι μπορούσα να το κάνω. Ο βασικότερος λόγος για αυτό ήταν βέβαια οικονομικός. Αποφασίσαμε ότι καλύτερα να τα σκάσουμε για τη μίξη παρά για πράγματα ου θα μπορούσαμε να κάνουμε μόνοι μας. Τα ντραμς και τα φωνητικά ηχογραφήθηκαν στο στούντιο του Calle, οι κιθάρες, το μπάσο και τα backing vocals ηχογραφήθηκαν στο διαμέρισμά μου. Υπάρχει και κάποιο οπτικοακουστικό υλικό από τις ηχογραφήσεις στο κανάλι μας στο YouTube. Όλα ήταν πολύ χαλαρά. Το μπάσο και οι κιθάρα ηχογραφήθηκαν επιλεκτικά ενώ ήμασταν με τις πιτζάμες και μεσολαβούσαν αμέτρητα διαλείμματα για καφέ. Τα πλεονεκτήματα του να ηχογραφείς στο σπίτι σου είναι ότι θεωρητικά έχεις όσο χρόνο θες για να τα κάνεις όλα σωστά. Δεν χάνονται λεφτά για το στούντιο με το χρόνο που περνάει για κάθε λάθος που κάνεις και όταν κουραστείς μπορείς να κάνεις κάτι διαφορετικό, να βγεις μια βόλτα, να κοιμηθείς ή να χτυπήσεις κάνα γεύμα.

Ποιος ήταν υπεύθυνος για την παραγωγή, το μιξάζ και το master? Έχετε ξαναδουλέψει με αυτούς στο παρελθόν;

Το μιξάζ έγινε στα στούντιο της Fascination Street από τον Andre Alvinci. Είχαμε αρκετές συζητήσεις για το που θα μιξάρουμε το άλμπουμ. Συγκρίναμε τις σημειώσεις μας για τις αγαπημένες μας παραγωγές και είδαμε πως πολλές έγιναν εκεί. Στείλαμε το ηχογραφημένο υλικό στον Andre και τον αφήσαμε να κάνει τα δικά του. Μας έστειλε δοκιμαστικά μιξαρίσματα τα οποία άλλαξε αναλόγως αφού του είπαμε κάποιες γνώμες μας για αυτά. Ήταν μια αρκετά ομαλή διαδικασία και είμαστε πολύ ευχαριστημένοι με το πώς εξελίχθηκε. Είχαμε πολύ ολοκληρωμένες προ-παραγωγές αλλά στο τέλος κατάφερε να βάλει το χεράκι του στα τραγούδια μας και να τα βελτιώσει. Το master έγινε από τον Jens Borgen στο ίδιο στούντιο. Το στούντιο το ξέραμε μόνο από την φήμη που είχε οπότε πήραμε ένα ρίσκο αλλά νομίζουμε πώς κατέληξε ακόμα καλύτερα απ’ ό,τι περιμέναμε.

Τα πράγματα ήταν εντάξει με την  Massacre Records? Πως και συνεργαστήκατε μ’αυτά τα παλικάρια εξ’ αρχής;

Ως το 2011 ψάχναμε για συμφωνία με δισκογραφική και ψάξαμε στα συνηθισμένα κανάλια. Η Massacre μας έκανε την καλύτερη προσφορά και την πήραμε. Μέχρι τώρα όλα πάνε μέλι-γάλα και δεν υπάρχουν παράπονα.

Όσον αφορά την εικονογράφηση του εξώφυλλου, ποιος ήταν υπεύθυνος? Συνδεόταν στιχουργικά με κάποιο από τα τραγούδια;

Η εικονογράφηση είναι έργο του Gustavo Sazes. Ο ίδιος είχε δουλέψει στην σελίδα μας στο Myspace και μας ρώτησε εάν χρειαζόμασταν κάποιον να κάνει το εξώφυλλο του άλμπουμ μας. Δεν του δώσαμε καμία οδηγία, αλλά του στείλαμε κάποια demo και στοίχους για έμπνευση και το εξώφυλλο ήταν η ερμηνεία του γι’αυτά. Προσωπικά πιστεύω πως έπιασε το γενικό πνεύμα των στοίχων πολύ καλά.

Oι Forsaken, μετά από δεκάχρονη σχεδόν σιγή, βρυχώνται ξανά και αποδεικνύουν ότι δεν είναι μία από τις αναρίθμητες μπάντες που ήρθαν και έφυγαν όταν το Gothenburg ήταν στο επίκεντρο. Αλλά τί στα κομμάτια έγινε όλα αυτά τα χρόνια; Το μόνο σίγουρο είναι ότι επιστρέψατε με κουβάδες έμπνευσης.

Υπήρξαν αρκετές μικρότερες καταστάσεις που, αθροιστικά, μας οδήγησαν να γίνουμε ολοένα και πιο αδρανείς, Πρώτα απ’όλα χωριστήκαμε γεωγραφικά. Εγώ μετακόμισα σε άλλη πόλη λόγω σπουδών και αυτό επηρέασε τρομακτικά το πώς γράφαμε τραγούδια. Αλλά εν τέλει πιστεύω πώς όλα κατέληξαν στην έλλειψη μουσικής κατεύθυνσης εκ μέρους μας. Ήμασταν κάπως διχασμένοι ανάμεσα στο να παίζουμε death ή μοντέρνο melo-thrash και ήταν αυτό το σχίσμα που μας έκανε λιγότερο παραγωγικούς. Επίσης, είχαμε κάπως ξεμείνει από ιδέες μετά την έκδοση τριών άλμπουμ σε ίσο αριθμό χρόνων. Γενικά δεν ήμασταν ποτέ εντελώς ατέρμονοι ακόμα και αν υπήρχαν περίοδοι που δεν κάναμε τίποτα ουσιαστικό. Είχαμε βγάλει αρκετό υλικό αλλά εν τέλει δεν νιώθαμε ότι έφτανε στο επίπεδο παλαιότερων τραγουδιών. Ήταν μια ατελείωτη δίνη όπου η έλλειψη καλού υλικού οδηγούσε στην ολοένα και λιγότερη δράση στην μπάντα, πράγμα που με την σειρά του οδηγούσε σε λιγότερο καλό υλικό και ούτω καθ’ εξής… Κάποια στιγμή στο 2008 αρχίσαμε να φτιάχνουμε υλικό που κατέληξε στο άλμπουμ. Από το 2011 όταν κάναμε την συμφωνία με την Massacre, το άγχος της προθεσμίας έκανε την δημιουργικότητά μας να επιστρέψει και έτσι γράψαμε πάνω από το μισό άλμπουμ σε έξι μήνες.

Παραμένοντας λίγο στο παρελθόν, πώς ήταν το να είσαι από τη μικρή πόλη της Landskrona στα 90s χωρίς σχεδόν καθόλου metal σκηνή σε αυτά τα μέρη (εξαιρουμένων κάποιων πραγματικά καλών γκρουπ από εκεί, ενίοτε, με τους αγαπημένους μου να είναι οι Proud των 80s με το μεγαλούργημα τους “Fire Breaks the Dawn” αν τους θυμάσαι;) Πόσο δύσκολο ήταν να γίνει ξακουστή η μπάντα εντός και εκτός Σουηδίας; Πόσο βοήθησε η συνεργασία με την Century Media τότε και πώς έγινε; Τι θυμάσαι εντονότερα απ’ αυτές τις μέρες;

H metal σκηνή στην Landskrona δεν ήταν ποτέ τόσο μεγάλη, τουλάχιστον συγκριτικά με το γειτονικές πόλεις του Malmö και του Helsingborg. Για να είμαστε ειλικρινείς, δεν έχω ακούσει τους Proud πριν αυτή την συνέντευξη! Τα σπάνε πάντως και ντροπή μου… Τσεκάροντας τους στο Encyclopedia Metallum κάποια ονόματα μου φαίνονταν γνωστά. Τέλος πάντων πλην της νέας αγαπημένης μου Landskronιακής μπάντας “Proud” υπήρχαν κι άλλες metal μπάντες που προέρχονταν από κει. Υπήρξαν οι “Hyste’riah” , ένα μείγμα thrash με, ανάμεσα άλλων, τον Klas Ideberg των Darkane, οι D.T.A.L (punk) και η παλιά μπάντα του Nickes, Α.I.S οι οποίοι στο απόγειο τους ακούγονταν κάπως σαν Napalm Death αλλά γενικότερα η metal σκηνή ανέκαθεν ήταν αρκετά μικρή εκεί. Αυτό που θυμάμαι από τις μέρες που μεγάλωσα εκεί ήταν οι εμφανίσεις από τις τοπικές μπάντες. Όντας πόλη ‘κατώτερης τάξης’, η Landskrona είχε αρκετές punk μπάντες. Υπήρχαν εμφανίσεις από εδώ και από εκεί, συνήθως 10-15 μπάντες κάθε νύχτα. Δεν υπήρχε ουσιαστικός διαχωρισμός στα είδη της μουσικής. Πανκιά και Μεταλλάδες έπαιζαν δίπλα σε indie-pop, grunge και μπάντες reggae. Δεν ήμουν αρκετά μεγάλος για να με ενδιαφέρουν διαφορετικά είδη μουσικής τότε. Άμα ήταν δυνατό και είχε κιθάρες, τότε μου άρεσε. Δεν ξέρω αν το να είμαστε Σουηδοί μας βοήθησε ή μας έβλαψε. Μόνο και μόνο το ότι είσαι μια Σουηδική death-metal μπάντα είναι σημάδι ποιότητας για κάποιος ανθρώπους και φυσικά βοηθάει στο να πουληθούν κάποια άλμπουμ. Από την άλλη υπάρχει ο κίνδυνος να πνιγούμε στην πλημμύρα της Σουηδικής μουσικής και να καταταχθούμε ως άλλη μια “Σουηδική Death Metal μπάντα”. H Century Media μας βοήθησε πολύ στο να εξελιχθούμε από μια ουσιαστικά άγνωστη μπάντα στο να έχουμε μια κάποια θέση στην σκηνή.

Πίσω στο 2012 και στο νέο σας άλμπουμ. Ποια είναι τα σχέδιά σας για τη διαφήμιση του; Ζωντανές εμφανίσεις παγκοσμίως? Καμιά περίπτωση να επισκεφτείτε την Ελλάδα για κάποιο live; Κανένα video-clip ίσως;

Έχουμε πάει σε ορισμένα φεστιβάλ κατά την διάρκεια του καλοκαιριού αλλά όχι εκτεταμένες περιοδείες. Είμαστε πολύ απασχολημένοι στις καθημερινές ζωές μας για να πάρουμε ‘ρεπό’ έστω και ένα μήνα από την δουλειά και τις οικογένειες μας. Θα προσπαθήσουμε να κάνουμε μερικές μικρότερες περιοδείες στην Ευρώπη αν μας δοθεί η ευκαιρία, εξάλλου μας αρέσει να παίζουμε ζωντανά και ελπίζουμε να το κάνουμε περισσότερο στο μέλλον. Θα θέλαμε πολύ να παίξουμε στην Ελλάδα αλλά δυστυχώς είναι πολύ πιο εύκολο να κάνουμε εμφανίσεις στην Γερμανία και στην Ολλανδία μιας και είναι πιο κοντά αλλά αν εμφανιστεί καμιά ευκαιρία και στα μέρη σας, θα την αρπάξουμε. ‘Έχουμε σκεφτεί να κάνουμε ένα βίντεο εδώ και καιρό, απλά δεν έχει συμβεί ακόμη. Το να κάνεις ένα βίντεο απαιτεί κόπο και χρόνο και θέλουμε είτε να το κάνουμε σωστά ή να μην το κάνουμε καθόλου. Ο χρόνος θα δείξει.

Εν κατακλείδι, ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον? Μήπως να περιμένουμε κανένα καινούριο αλμπουμάκι;

Ναι! Έχουμε ήδη αρχίσει να γράφουμε κάποια τραγούδια και ακούγονται φοβερά ως τώρα! Βέβαια είναι πολύ νωρίς για να πούμε πώς θα ακούγεται το νέο άλμπουμ αλλά το πιο πιθανό είναι ότι θα είναι μια φυσική συνέχεια χωρίς μεγάλες αλλαγές στο στυλ μας. Έχουμε πολλά περισσευούμενα riffs τα οποία δεν τα κατάφεραν να μπουν στο άλμπουμ εγκαίρως οπότε υπάρχει πολύ υλικό για να φτιάξουμε.

Ευχαριστώ για την συνέντευξη, με τιμάτε ιδιαιτέρως! Θερμές ευχές και καλή τύχη!!!

Σε ευχαριστούμε!

Γιώργος ‘Kelenmar’ Βασιλειάδης

http://www.myspace.com/theforsakensweden

Μέλη Μπάντας:

Alf Patrik Persson – Κιθάρα

Anders Sjoholm– Φωνητικά

Calle Faldt – Κιθάρα

Nicke Grabowski – Ντραμς

Stefan ‘Junior’ Berg – Μπάσο

Δισκογραφία:

2001 – Manifest of Hate

2002 – Arts of Desolation

2003 – Traces of the Past

2012 – Beyond Redemption

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.