nano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||bothBob-Katsionis_728x90 - 728|90|Bob-Katsionis_728x90|||bothRodStudios_728x90 - 728|90|RodStudios_728x90|||bothGreek Rebels Advert Feb 2018_728x90 - 728|90|Greek Rebels Advert Feb 2018_728x90||https://www.facebook.com/GreekRebels/|both
20000
110

Όταν βγάζεις έναν από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς και αυτός ο δίσκος είναι και το ντεμπούτο σου, ε νομίζω πως κάτι έκανες σωστά. Οι Riot City έσπασαν όλα τα άλατα του αυχένα μας και επειδή το Up The Hammers έχει μέλλον τρέξαμε και τους βρήκαμε. Γκαζιάρηδες του metal, ενωθείτε!

Ας ξεκινήσουμε με ένα απλό γεγονός: το Burn The Night είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα albums του 2019. Πριν μιλήσουμε γι’ αυτό, παρακαλώ πείτε μας λίγα λόγια για την ιστορία της μπάντας.

Roldan Reimer: Ευχαριστούμε. Λοιπόν, η μπάντα δημιουργήθηκε το 2011 από τον Cale Savy όταν ζούσε στο Βανκούβερ. Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια των playoffs για το NHL, στο οποίο το Βανκούβερ (οι Canucks) έχασαν από τη Βοστόνη (τους Bruins) στον τελικό. Στην πόλη ξέσπασαν επεισόδια και τότε ήταν που ο Cale αποφάσισε να ονομάσει τη μπάντα Riot City. Αλλά δεν ήταν πραγματικά ολοκληρωμένη μπάντα. Μετά από μερικά χρόνια, αποφάσισε να μετακομίσει στο Calgary και με τον τρόπο του, ουσιαστικά μας τσιμπούσε από άλλες μπάντες με τον καιρό. Γνώρισα τον Cale στον Dustin (Smith) το 2013. Η παλιά μου μπάντα έπαιζε σε ένα πάρτι γενεθλίων για τον Dustin μια χρονιά και οι Riot City ήταν τετράδα με έναν τραγουδιστή, έναν drummer, τον Cale στην κιθάρα και τον Dustin στο μπάσο. Έγινα μέλος ένα χρόνο αργότερα, έπειτα από μια πρόσκληση από τον Dustin να τζαμάρουμε. Τα πράγματα έδειχναν να ταιριάζουν και να πηγαίνουν πολύ καλά και ο Cale κι εγώ πάντα παίζουμε καλά μαζί από την ημέρα που έγινα μέλος.

Chad Vallier: Ήμουν λίγο-πολύ εκτός μπάντας για λίγο καιρό και ο Dustin απάντησε σε μια αγγελία που είχα βάλει ψάχνοντας για drummer. Επομένως, τζαμάραμε μαζί, με εκείνον στα drums κι εμένα στο μπάσο για λίγο. Αρχίσαμε να μιλάμε για τους Riot City που χρειάζονταν ακόμα έναν drummer, γιατί με είχαν ζητήσει πριν λίγο καιρό, αλλά δεν ήμουν διαθέσιμος εκείνη τη στιγμή, και συνειδητοποιήσαμε πως ήταν ανόητο το ότι τζαμάραμε ο ένας με το όργανο του άλλου, αντί να παίζουμε αυτά που ξέρουμε. Οπότε, τζαμάραμε μερικές φορές και να ‘μαστε τώρα.

Παρόλο που ξεκινήσατε το 2011, το Burn The Night είναι το πρώτο σας fulllength album. Γιατί σας πήρε τόσο πολύ;

Roldan: Λοιπόν, το θέμα είναι πάλι ότι οι Riot City δεν ήταν «ολοκληρωμένη» μπάντα το 2011. Επίσης, ο Cale μετακόμιζε από πόλη σε πόλη. Εκ των υστέρων, δεν ήμασταν πλήρης μπάντα μέχρι να παίξουμε το πρώτο μας show στις αρχές του καλοκαιριού του 2014. Το demo κυκλοφόρησε λίγο μετά τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς. Μεταξύ της κυκλοφορίας και των αρχικών ηχογραφήσεων για το “Burn The Night” (οι οποίες ξεκίνησαν στα τέλη του 2015), είχαμε γράψει ένα τόνο τραγούδια. Πολλά από τα τραγούδια σκεφτήκαμε ότι ήταν πολύ ωραία, αλλά ξέρεις, μπορούσαμε και καλύτερα. Καταλήξαμε να σπάμε το album στη μέση για να το κάνουμε EP. Ηχογραφήσαμε τα πάντα σε ένα υπόγειο γιατί ήμασταν άφραγκοι. Όπως όλος ο κόσμος. Και δε θέλαμε να πληρώσουμε ένα μάτσο λεφτά εκείνη τη στιγμή. Γύρω στα τέλη του 2016, η No Remorse επικοινώνησε μαζί μας. Όταν τους στείλαμε το EP, είπαν ότι έπρεπε να επανηχογραφηθεί, κάτι το οποίο, για να είμαστε δίκαιοι, το χρειαζόταν. Δεν ξέραμε τι στο διάολο κάναμε. Ήταν πραγματικά καλοί με εμάς και μας είπαν να πάρουμε το χρόνο μας για να το κάνουμε να ακούγεται όσο το δυνατό καλύτερα. Ο Ty (Gogal) είχε αποχωρήσει κι από τη μπάντα λίγους μήνες νωρίτερα. Επομένως, είχαμε μείνει δίχως drummer. Ήταν στις αρχές του 2017 που ο Chad έγινε μέλος και ξεκινήσαμε αμέσως να δουλεύουμε πάνω στο album. Αποφασίσαμε να γράψουμε τέσσερα νέα τραγούδια για το album. Ένα από εκείνα τα τραγούδια φυσικά δεν μπήκε στο album. Θα ήθελα να τονίζω ότι αυτό το album χρειάστηκε τριάμισι χρόνια για να γραφτεί. Όχι οχτώ. Αλλά, οπωσδήποτε, έχουμε το αίσθημα ότι πέρασε μία δεκαετία.

Τι μπορείτε να μας πείτε για τις ηχογραφήσεις του album; Πού το ηχογραφήσατε; Πόσο καιρό πήρε η διαδικασία; Τέτοια πράγματα.

Chad: Όταν επιτέλους έφτασε ο καιρός να τελειώνουμε με αυτό, αποφασίσαμε να πάμε στα AB Studios με τον Tony Blaine. Είχα δουλέψει μαζί του στο παρελθόν για το album των Traveler και για κάποια session, οπότε ήξερα με τι είχαμε να κάνουμε και πώς δούλευε. Δεν ήμασταν σίγουροι στην αρχή αν θα κάναμε μόνο τα drum tracks με τον Tony, αλλά μόλις τα παιδιά μπήκαν μέσα και είδαν το studio του και πόσο εύκολο είναι να δουλέψεις σε αυτό, ηχογράφησαν κι εκείνοι τα tracks τους εκεί λίγο-πολύ χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν ήμασταν στο studio, δε μας πήρε πολύ για να παραδώσουμε τα τραγούδια. Ήμασταν ήδη πολύ προετοιμασμένοι μπαίνοντας σε αυτό και, πραγματικά, έχεις ακούσει τον Cale και τον Roldan να shred-άρουν. Ξέρουν τι κάνουν. Έτσι νομίζω, τέλος πάντων (γέλια). Η μίξη πήρε λίγο παραπάνω καιρό. Προσπαθούσαμε να πιάσουμε το σωστό ήχο και να το κάνουμε όσο μεγαλύτερο και ισχυρότερο ήταν εφικτό, οπότε αμφιταλαντευτήκαμε αρκετά σε αυτό το κομμάτι. Όταν βρίσκεσαι στην κατάσταση όπου έχεις αφήσει τον κόσμο να περιμένει τόσο πολύ, καλό θα ήταν να κάνει εντύπωση, οπότε δε θέλαμε να κάνουμε εκπτώσεις αυτή τη φορά.

Ποια είναι η διαδικασία σύνθεσης των Riot City; Συμμετέχουν όλα τα μέλη;

Roldan: Όλοι γράφουμε. Όλοι φέρνουμε τις ιδέες μας στη μπάντα και μετά δουλεύουμε όλοι μαζί πάνω σε αυτές. Όλοι ξέρουμε να παίζουμε ο ένας το όργανο του άλλου, ακόμη. Να προσθέσω ότι έτσι μπορούμε φτωχά μεν, αλλά ικανοποιητικά να δείξουμε ο ένας στον άλλο τι σκεφτόμαστε. Αλλά στην τελική, τα πάντα γράφονται συνεταιρικά σε αυτή τη μπάντα. Πραγματικά δε μπορώ να σκεφτώ κανένα τραγούδι που να είναι γραμμένο από αποκλειστικά έναν από εμάς. Αλλά το απεχθανόμαστε αυτό. Αν κάποιος έχει μια ιδέα, το λέει. Μερικές φορές έχει αποτέλεσμα, τις περισσότερες φορές είναι σκατά.

Οχτώ τρομερά κομμάτια. Όταν ξεκινήσατε να γράφετε τα τραγούδια, περιμένατε ένα τέτοιο καταπληκτικό αποτέλεσμα;

Chad: Λοιπόν, ξέραμε ότι ήταν καλά. Ήταν όλα δοκιμασμένα ζωντανά πριν αποφασίσουμε για το album, οπότε η ανταπόκριση του κοινού ήταν στο πλευρό τους. Αν πιστεύαμε ότι θα είχαν τόσο καλή αποδοχή; Με τίποτα. Ήταν μια μοναδική εμπειρία η όλη φάση από την κυκλοφορία μέχρι τώρα. Ήταν σίγουρα αφυπνιστικό να βλέπεις όλα τα σχόλια και τις κριτικές που έχουμε λάβει μέχρι τώρα. Υποθέτω πως τώρα, όμως, αφού ο πήχης έχει τεθεί, ξέρουμε πού πρέπει να βρισκόμαστε για το επόμενο album.

Speed metal; US metal; Πώς θα περιγράφατε τον ήχο σας; Εάν έπρεπε να επιλέξετε ένα μόνο τραγούδι από το album, ποιο πιστεύετε ότι είναι το πιο αντιπροσωπευτικό του Burn The Night;

Roldan: Πραγματικά δε μας χαρακτηρίζω ως κάτι παραπάνω από rock ’n’ roll. Δεν είμαστε ακριβώς speed metal, δεν είμαστε ακριβώς US metal, δεν είμαστε ακριβώς τίποτα. Δε με νοιάζει τι λένε οι άλλοι και κατά τη γνώμη μου δεν έχει σημασία σε ποιο είδος ή υποείδος τείνει ο κόσμος, στην τελική αν κάτσεις να το αναλύσεις, όλα μου φαίνονται απλώς rock ’n’ roll. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει ένα μόνο τραγούδι που αντιπροσωπεύει καλύτερα το “Burn The Night”. Το “Burn The Night” είναι μία συγχώνευση όλων όσων ακούμε. Επίσης, μόλις συνειδητοποιώ ότι λέω ψέματα, το καλύτερο τραγούδι που αντιπροσωπεύει τη μπάντα ως σύνολο είναι το “Stars” των Hear ‘N Aid. Σχεδόν όλοι όσοι λατρεύουμε είναι σε αυτό το τραγούδι.

Την τελευταία δεκαετία βλέπουμε την επιστροφή του παραδοσιακού metal. Πιστεύετε ότι ο κόσμος άρχισε να βαριέται όλες αυτές τις αποκαλούμενες extreme metal μπάντες;

Chad: Είναι πιθανό. Εννοώ, οι metal-core, pre-post-in-between-core μπάντες αρχίζουν να ακούγονται όλες το ίδιο. Ίδιος ήχος, ίδιες χαμηλά κουρδισμένες ESP, ίδια κουπλέ με growls και ίδια τσιριχτά ρεφρέν. Αν δεν το κατάλαβες ήδη… τα ‘χω βαρεθεί (γέλια). Υπήρχε μια ειλικρίνεια στο παραδοσιακό, η οποία είχε ξεχαστεί κάπως αυτή την εποχή. Μπορείς να το νιώσεις ως ακροατής. Είναι πραγματικά πράγματα που έχουν συμβεί γύρω από τη μπάντα. Δεν είναι «καλογυαλισμένο» για να ακούγεται η ένταση στο παίξιμό τους. Είναι πιο ανθρώπινο και μπορείς να ταυτιστείς μαζί του. Αποδίδω την εξέλιξη στην διακοπή των κοινωνικών κανόνων αυτής της τελευταίας δεκαετίας. Η ανθρώπινη φύση είναι να δημιουργεί δεσμούς με τους άλλους και με τον τρόπο που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν φέρει τα πάνω κάτω, πιστεύω ότι οι άνθρωποι ψάχνουν για κάτι αληθινό από το οποίο θα πιαστούν, κάτι με το οποίο θα μπορούν να ταυτιστούν.

Πρέπει να πω ότι το artwork του album φέρνει πολύ στο μυαλό το “Screaming For Vengeance”. Συμφωνείτε; Θέλατε κάτι παρόμοιο; Ίσως κάτι που να δηλώνει κάτι για τον ήχο σας;

Roldan: Λοιπόν, δεν είναι ότι προσπαθούσαμε να το κάνουμε αυτό. Δεν είμαστε οι Priest. Θα υπάρξει ΜΟΝΟ μία μπάντα όπως οι Judas Priest. Αλλά, στην πραγματικότητα, πετύχαμε έναν καλλιτέχνη με το όνομα Anton Atanasov και σκαλίζαμε λίγο τι είχε ήδη σχεδιάσει και πέσαμε πάνω στο πουλί με το laser. Το λατρέψαμε. Και φυσικά, σκεφτήκαμε «φίλε, αυτό είναι τόσο Judas Priest», αλλά λίγο πολύ το εκλάβαμε ως ένα συνδυασμό των “Screaming For Vengeance”/“Defenders Of The Faith” σε μία μίξη με το “Creating A Monster” των Gravestone. Απλώς μας άρεσε και καταλήξαμε να το αγοράσουμε από τον Anton. Ποτέ δε μετανιώσαμε αυτή την επιλογή. Έχω ήδη κάνει το λάθος να σκέφτομαι αετούς με δόντια.

Πώς προέκυψε η συμφωνία με τη No Remorse;

Chad: Βασικά, έπεσε στα χέρια τους το demo και επικοινώνησαν εκείνοι μαζί μας. Όλα έχουν πάει τέλεια στη συνεργασία μας μέχρι τώρα. Όλοι νιώθουμε ότι πήραμε τη σωστή απόφαση. Γνώρισα τον Chris (Papadatos) όταν ήμουν στο Keep it True Festival φέτος. Ήταν πολύ ωραίο που μιλήσαμε πρόσωπο με πρόσωπο αντί μέσω email, έτσι για αλλαγή (γέλια).

Όλο το album είναι ήδη ανεβασμένο online και στο YouTube. Σχεδιάζετε μήπως να γυρίσετε μερικά video clips για την προώθησή του;

Roldan: Η No Remorse έχει ήδη κάποιον για να φτιάξει ένα lyric video για το “In The Dark”. Έχουμε μιλήσει για ένα ίσως video clip, αλλά είμαστε όλοι αρκετά αβέβαιοι με την ιδέα. Απλώς πρέπει να είναι οι σωστές ιδέες και η σωστή στιγμή. Επομένως, τίποτα δεν είναι σχεδιασμένο.

Έχετε ήδη ανακοινώσει ως μπάντα την εμφάνισή σας στο Up The Hammers εδώ στην Ελλάδα του χρόνου. Πώς νιώθετε γι΄αυτό; Είστε έτοιμοι για λίγο Ελληνικό φαγητό;

Chad: Πολύ έτοιμοι! Λατρεύω το ελληνικό φαγητό από εδώ και μπορώ μόνο να φανταστώ πόσο καλύτερο θα είναι στην Ελλάδα. Ήταν καταπληκτικό που μάθαμε ότι θα είμαστε μέρος του Hammers. Θα έχω την ευκαιρία να παίξω σε αυτό δύο φορές, καθώς οι Traveler έχουν επίσης ανακοινωθεί, οπότε είναι διπλός ο ενθουσιασμός για εμένα. Ανυπομονώ να δω τι άλλους άσους έχει στο μανίκι του ο Μανώλης (Καραζέρης). Το line-up είναι ήδη δυνατό. Τους Fifth Angel; Απίστευτο.

Έχετε καθόλου σχέδια για περιοδεία ή είναι πολύ νωρίς;

Roldan: Είμαστε στο στάδιο του σχεδιασμού και του καταιγισμού ιδεών. Πέρα από το Keep It True και το Up The Hammers του χρόνου, δε μπορώ να σου πω για κάτι νέο ακόμη.

Άμα έπρεπε να διαλέξετε τρεις μπάντες οι οποίες ήταν οι μεγαλύτερες πηγές έμπνευσης για εσάς, ποιες θα ήταν αυτές;

Chad: Μόνο τρεις, ε; Λοιπόν, Judas Priest σίγουρα. Είναι απλώς οι καλύτεροι. Ασυζητητί. Scorpions και Kiss.

Roldan: Frank Zappa – το “Sheik Yerbouti” ήταν ένα από τα πρώτα albums που θυμάμαι να ακούω στη ζωή μου. Ήμουν περίπου εφτά χρονών. Η ανατροφή των παιδιών ήταν διαφορετική εκείνη την εποχή. Οι Iron Maiden και οι Tank είναι δύο από τις πιο αγαπημένες μου μπάντες. Οφείλω ολόκληρη την ύπαρξή μου ως κιθαρίστας στον Dave Murray. Οι Maiden με δίδαξαν μελωδία και δομή, ενώ οι Tank μου έδειξαν ότι μπορείς ακόμη να το κρατάς βρώμικο, σκληρό και γρήγορο και αμφότερες οι μπάντες είναι υπερδραστήριες σε δύο διαφορετικούς βαθμούς.

Ευχαριστώ για το χρόνο σας. Κλείστε αυτή τη σύντομη συνέντευξη με ένα μήνυμα για όλους τους φίλους σας εδώ στην Ελλάδα.

Roldan και Chad: Ευχαριστούμε, είστε οικογένεια για εμάς, για την υποστήριξή σας και για όλα. Και, Ελλάδα…τα λέμε σύντομα!

Μιχάλης Νταλάκος

https://www.facebook.com/RIOTCITYOFFICIAL
https://riotcityofficial.bandcamp.com/releases
https://open.spotify.com/artist/3fVaQSX4WX520bPc3Dq0CH?si=RQX5KUzMQiOsNdta9SikqQ

Band Member
Cale Savy: Κιθάρες, Φωνητικά
Roldan Reimer: Κιθάρες
Dustin Smith: Μπάσο
Chad Vallier: Τύμπανα

Discography
Burn The Night, 2019

Θέλω να το μοιραστώ:

Leave a Reply

Your email address will not be published.