Συνεντεύξεις

Delphian

haursen2 - 728|90|haursen2||https://www.facebook.com/HaursensGuitarWorkshop/|bothRussian Circles 2022_728x90 - 728|90|Russian Circles 2022_728x90|||bothwhale_728x90 - 728|90|whale_728x90|||bothnano designs 728×90 - 728|90|nano designs 728×90||https://www.facebook.com/Nanodesignart/|bothPsychotic Waltz 2023 – 728×90 - 728|90|Psychotic Waltz 2023 – 728×90|||bothGreekrebels Banner 07052021-728×90 - 728|90|Greekrebels Banner 07052021-728×90||https://www.greekrebels.gr/epikoinonia/|both
20000
110

Την πρώτη τους κυκλοφορία ονόματι “Somnambulant Foregoer” κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό το Αμερικανικό technical death metal duo των Delphian. Τα δύο μέλη της μπάντας, οι αδερφοί Jason & Matthew Williams, κιθάρα και φωνητικά αντίστοιχα, δέχθηκαν να μας μιλήσουν σχετικά με αυτήν τους την κυκλοφορία.

Γεια σας παιδιά, συγχαρητήρια για το πρώτο σας album, “Somnambulant Foregoer”. Είστε ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα;

Jason: Γεια σου Μίνω, σε ευχαριστούμε! Ναι, είναι υπέροχο να έχω επιτέλους στα χέρια μου το αποτέλεσμα, για το οποίο αφιερώσαμε τόσο χρόνο και κόπο.

Matthew: Μίνωα, σε ευχαριστούμε πάρα πολύ για τη «φιλοξενία». Κι εγώ αισθάνομαι πολύ ευχαριστημένος με το πώς βγήκε αυτό το album.

Κοιτάζοντας στη σελίδα σας στο Facebook είδα μερικές αναρτήσεις από το 2012, όπου μιλούσατε για τον επερχόμενο νέο δίσκο σας. Χρειάστηκαν πράγματι εννέα ολόκληρα χρόνια για να κυκλοφορήσει;

Jason: Χρειάστηκε όντως πολύς χρόνος, κάτι που καταλαβαίνουμε ότι ίσως φαίνεται γελοίο. Στην πορεία προέκυψαν όμως κάποιες μεγάλες ευκαιρίες, που δε θέλαμε να παραλείψουμε για μία πιο γρήγορη κυκλοφορία.

Matthew: (Γέλια) Ναι, ακούγεται πολύ σωστό αυτό. Δε θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησε η διαδικασία. Όσον αφορά τη σύνθεση των τραγουδιών, πήγε πολύ ομαλά και ολοκληρώθηκε γρήγορα. Αυτό που οδήγησε στην κούραση ήταν ότι ουσιαστικά ήμασταν και οι δύο άφραγκοι. Ξέραμε ότι τα τραγούδια ήταν «γεμάτα» και δε θέλαμε να τα αδικήσουμε παραλείποντας στοιχεία που θα μπορούσαν να ανεβάσουν το τελικό αποτέλεσμα. Κάποια επιπλέον προσπάθεια ήταν απαραίτητη για να γίνουν αυτά τα τραγούδια όπως έπρεπε. Με την ευκαιρία, να πούμε ότι θα έχουμε μία πολύ πιο γρήγορη επιστροφή με την επόμενη κυκλοφορία μας, για την οποία ήδη γράφουμε μουσική.

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για την ιστορία πίσω από τα τραγούδια; Υπάρχει κάποιο κοινό θέμα που τα ενώνει ή κάθε τραγούδι λέει μία διαφορετική ιστορία;

Matthew: Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ένα concept album, αλλά υπάρχουν κάποια κοινά θέματα και αναφορές μέσα στα τραγούδια του δίσκου. Για παράδειγμα η ενασχόληση με τον θάνατο, η εξερεύνηση θρησκειών/ μυθολογιών και η τέχνη της αμφισβήτησης.

Το “A Suicide Speech to Persuade” μιλά για τον θεό των Αζτέκων, Tezcatlipoca. Κάθε χρόνο επιλέγονταν ένας Ixiptla που θα περιφερόταν στην πόλη και θα λατρευόταν για ολόκληρη τη χρονιά. Όλες οι ασωτίες, τα φαγητά, τα ποτά, τα δώρα, οι σεξουαλικοί σύντροφοι, κ.λπ. επρόκειτο να εμπλουτίσουν τις μέρες του Ixiptla στο επικείμενο τέλος. Στη συνέχεια, ο Ixiptla θυσιαζόταν στον Tezcatlipoca, στο φεστιβάλ Toxcatl που πραγματοποιούταν τον Μάιο. Ξαπλωμένος πάνω σε μία πέτρινη πλάκα, τον περιβάλλαν τέσσερις ιερείς, με έναν πέμπτο ιερέα να «ανοίγει» τον Ixiptla και να σηκώνει την καρδιά του στον ήλιο. Ο τίτλος του τραγουδιού, “A Suicide Speech to Persuade”, αναφέρεται στην αποπλάνηση από τον θεό, που σε διατάζει να πεθάνεις για αυτόν, με αυτό το είδος αλτρουιστικής τελετής αυτοκτονίας.

Οι στίχοι για το Devout Magisterial Form γράφτηκαν όταν διάβαζα και παρακολουθούσα πολλές συζητήσεις και διαλέξεις με τους Christopher Hitchens, Sam Harris, Richard Dawkins, Daniel Dennett, Stephen Fry, κ.λπ. Αναφέρεται στην επιβολή θανατική ποινής στην οργανωμένη θρησκεία.

Η μουσική που έγραψε ο Jason για το “Drip Me Toward the Ground” ακούγεται σαν να είναι «βγαλμένη από την κόλαση», και αυτό το λέω εννοείται με την καλύτερη δυνατή έννοια. Είναι «βαριά» σαν ένας Τιτανικός, άβολα γεμάτος και μοιάζει με μία σκοτεινή κατάβαση, σα να σε καταβροχθίζει η φωτιά. Έτσι, έψαξα το εικονογραφημένο μου αντίγραφο της «Θείας Κωμωδίας» του Δάντη και έγραψα τους στίχους για ένα ταξίδι στην κόλαση, περιγράφοντας αυτό που είδα στο εξαιρετικά λεπτομερές artwork του Gustave Dore.

Το “Speaking with the Shadows” παρασύρει τον ακροατή σε ένα συγκεκριμένο ποτάμι και στη βάρκα ενός συγκεκριμένου βαρκάρη. Εκείνου με την πιο ζοφερή δουλειά, αυτή της μεταφοράς των νεκρών στον κάτω κόσμο.

Το “How I Long for the Oort Cloud” είναι ψυχρό σαν άκουσμα. Προκειμένου να ενισχύσουμε αυτή την παγωμένη ατμόσφαιρα, οι στίχοι αυτού του τραγουδιού στηρίζονται σε ένα σενάριο όπου κάποιος έχει διαγνωστεί με μια θανατηφόρα ασθένεια και πετάει στο διάστημα με αποστολή να ξεφύγει όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα γήινα δεινά, πριν υποκύψει στον θάνατο στο βαθύ διάστημα.

Το “Somnambulant Foregoer” είναι το πιο σκοτεινό τραγούδι του δίσκου. Βασίζεται εν μέρη σε μία πραγματική υπόθεση, όπου ένας άντρας πήγε στα πεθερικά του μέσα στη νύχτα και διέπραξε φόνο, ενώ υπνοβατούσε. Το ρεφρέν περιγράφει την ακραία περίπτωση μίας δολοφονίας με τόσο βίαιο τρόπο, που αν κάποιος μπει στο δωμάτιο μπορεί να γευτεί το αίμα στον αέρα.

Το Meanwhile, More Polemics with Kurt Gurkillis and Scud Moothers” περιγράφει λεπτομερώς μία διαμάχη μεταξύ δύο πολύ, πολύ αδικοχαμένων μικρών αγοριών που απλά δε μπορούσαν να τα πάνε καλά μεταξύ τους.

Το Idolatry εμβαθύνει φυσικά στα κακά της εκκλησίας.

…Kαι τέλος, το “Dimensions Disassociated” είναι άλλο ένα «χαρούμενο» τραγούδι, που μιλά για το τέλος των ημερών και τη φυσική καταστροφή.

Ένα από τα κομμάτια του δίσκου είναι το “Somnambulant Foregoer”. Γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο και για το album;

Matthew: Όλα τα τραγούδια του δίσκου ασχολούνται με τον θάνατο. Αυτό συγκεκριμένα αγκαλιάζει άμεσα την οριστικότητα, τον μύθο της μετά θάνατον ζωής και την τάση της ανθρωπότητας να εξαφανίσει ο ένας τον άλλον. Ουσιαστικά είναι μία περίληψη του album και ίσως το πιο βαρύ κομμάτι του.

Για την κυκλοφορία του δίσκου δουλέψατε μαζί με τον Chris Collier. Πώς ήταν η συνεργασία μαζί του; Έφερε καμιά δική του ιδέα στο τραπέζι;

Jason: Ο Chris είναι φοβερός. Είμαστε φίλοι από τις αρχές του συγκροτήματος και είναι πάντα υπέροχο να δουλεύουμε μαζί του. Είναι πολύ δημιουργικός τόσο στο κομμάτι της τελικής σύνθεσης όσο και στο κομμάτι της ηχοληψίας και της μίξης. Το είχαμε κατά νου, φτάνοντας σε εκείνη τη φάση του δίσκου, ότι θα μπορούσαμε να ανταλλάξουμε ιδέες και να πειραματιστούμε λίγο, κάτι που ήταν πολύ καλό.

Matthew: Ναι, ο Chris είναι ο καλύτερος! Ασχολείται επίσης με τη «σκοτεινή πλευρά», κάτι που ήταν πολύ σημαντικό, να συνεργαστούμε με έναν “Sith Lord”. Μπορεί να παίξει κιθάρα, μπάσο, τύμπανα και να τραγουδήσει. Και όλα αυτά μπορεί να τα κάνει εξαιρετικά καλά. Ειδικά το drumming. Γνωρίζει πόσο σημαντικό είναι να δουλεύονται όλες οι πτυχές για την επίτευξη του στόχου και full-on roove-action! Πάνω από όλα, είναι ένας απίστευτος ηχολήπτης. Ο Chris κάνει τη διαδικασία εύκολη, γιατί ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει.

Ο Travis Smith είναι ένας πολύ ταλαντούχος καλλιτέχνης που έχει συνεργαστεί με πολλά συγκροτήματα. Ποιανού ιδέα ήταν αυτό το επιβλητικό εξώφυλλο; Ήταν αποκλειστικά δική του ή του δώσατε κάποιες οδηγίες;

Jason: Ναι, ο Travis είναι εξαιρετικός και είμαστε πολύ ευγνώμονες που μπορέσαμε να συνεργαστούμε μαζί του. Ο Matthew είχε την ιδέα για το εξώφυλλο, που στη συνέχεια μεταφέρθηκε στον Travis. Μέσα σε ένα ή δύο προσχέδια είχαμε και το τελικό εξώφυλλο, με το οποίο ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι. Μας κέρδισε αμέσως μόλις είδαμε ότι αποτυπώνει τέλεια την απόκοσμη, δυσοίωνη ατμόσφαιρα που αναζητούσαμε.

Matthew: Ο Travis είναι ένας απίστευτος καλλιτέχνης. Όσον αφορά τα εικαστικά για δίσκους, είναι ασυναγώνιστος. Στη λεπτομέρεια, στις υφές και στην εξαιρετική αισθητική του όταν δημιουργεί σκοτεινές εικόνες. Αγαπήσαμε τη δουλειά του από την πρώτη φορά που είδαμε τα εξώφυλλα που είχε κάνει για το “Still Life” και το “Blackwater Park” των Opeth. Η ιδέα μας για το εξώφυλλο του “Somnambulant Foregoer” ήταν μία επιβλητική θρησκευτική φιγούρα, που κρύβεται στο βαθύ σκοτάδι. Ο Travis οπτικοποίησε τέλεια αυτή την ιδέα και την έλουσε με τρόμο.

Οι Delphian είναι ντουέτο, αλλά στρατολογήσατε τον Martin Rygiel και τον Kevin Talley στο μπάσο και στα drums αντίστοιχα. Πώς τους βρήκατε; Υπάρχουν σκέψεις να τους κρατήσετε σαν σταθερά μέλη ή προτιμάτε να συνεχίσετε ως συγκρότημα δύο ατόμων;

Jason: Αρχικά λοιπόν, είχαμε προγραμματισμένα drums και έπρεπε απλώς να βάλουμε το μπάσο. Ο καλός μας φίλος Wes Hauch (Alluvial), κατέληξε να μας φέρει σε επικοινωνία με τον Martin, κάτι που ήταν πολύ τέλειο. Τηλεφώνησα στον Martin, και του έστειλα μερικά από τα demos που είχαμε εκείνη τη στιγμή, και έπειτα πήγαμε από εκεί. Σκέφτηκα ότι ήταν ιδιαίτερα καλό που ο Martin έμαθε και έβγαλε ολόκληρο το album με το αυτί, δεδομένου ότι τα τραγούδια αυτά δεν είναι απαραίτητα και τα πιο αργά όλων των εποχών. Πραγματικά εντυπωσιακό! Αφού ο Martin έβαλε το «βροντερό» μπάσο του στα κομμάτια, αποφασίσαμε ότι χρειαζόμασταν περισσότερα από τα drums. Δε θέλαμε τελικά να κυκλοφορήσουμε έναν δίσκο για τον οποίο είχαμε όλοι αφιερώσει τόσο πολύ χρόνο, με προγραμματισμένα drums. Τότε ήρθαμε σε επαφή με τον Kevin. Ήταν καταπληκτικό που δουλέψαμε με τον Kevin, η δημιουργική του συμβολή όχι μόνο έκανε μόνο το κομμάτι των τυμπάνων να ξεχωρίζει, αλλά και τον δίσκο να ενοποιηθεί πραγματικά ως σύνολο. Γενικά ήταν μία απίστευτη εμπειρία η συνεργασία μας τόσο με τον Martin, όσο και με τον Kevin σε αυτόν τον δίσκο!

Matthew: Ναι, ο Wes μας σύστησε με τον Martin, και για αυτό οφείλουμε στον Wes το κλειδί της πόλης. Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε στον Wes και ένα νέο κομμάτι. Τέλος πάντων, είμαστε μεγάλοι θαυμαστές των Decapitated και ακούμε με δέος τη «μαγεία» του μπάσου του Martin. Ο Martin έβγαλε όλα τα τραγούδια με το αυτί, όπως ανέφερε πριν και ο Jason. Μας ενθουσίασε το γεγονός ότι, σχεδόν κάθε τραγούδι του album, όχι μόνο θα το έγραφε το τραγούδι με το αυτί, αλλά θα έβρισκε τα μέρη του, θα παρακολουθούσε το κομμάτι, θα το επεξεργαζόταν και θα μας έστελνε το τραγούδι με ολοκληρωμένο μπάσο μέσα σε μια μέρα. Πραγματικά απίστευτο! Επιπλέον, αυτός ο βροντερός ήχος του μπάσου, η δημιουργικότητα και το ταλέντο του Martin είναι εκπληκτικά.

Και ο Kevin είναι ένας από τους πιο «άρρωστους» metal drummers. Τον συναντήσαμε σε ένα μαγαζί στο St. Paul, που ονομάζεται The Lab/ Station 4, πριν λίγο καιρό, όταν έπαιζε τύμπανα για τους Daath, σε μία περιοδεία με τους Nile. Βλέποντάς τον να «πετάει» στο live… κάθε metal συγκρότημα θα ήθελε να έχει έναν drummer αυτού του βεληνεκούς. Στη συνέχεια, επικοινωνούσε περιστασιακά μέσω email και ρωτούσε αν είχαμε έτοιμα τραγούδια. Τελικά, όταν ολοκληρώσαμε εννέα κομμάτια, του στείλαμε το “A Suicide Speech to Persuade”, ώστε να μπορεί να ακούσει πώς ήταν η μουσική. Είπε «Ας το γαμήσουμε!» και ναι, τα drums ανέβασαν το επίπεδο. Ήταν αρκετά καλό από πριν με τα προγραμματισμένα τύμπανα, αλλά οι ιδέες του έκαναν τα τραγούδια να «αναπνεύσουν» και τα άλλαξαν δραστικά προς το καλύτερο. Κάθε τελειωμένο κομμάτι που έστελνε πίσω μας έβρισκε να χαιρόμαστε με το πόσο ωραία ήταν τα μέρη του.

Σίγουρα πάντως οι Delphian δεν είναι δίδυμο. Δουλέψαμε με τον Martin και τον Kevin για αυτό το album και λατρεύουμε το αποτέλεσμα. Διαφορετικά, τη στιγμή της ηχογράφησης ήμασταν μόνο ο Jason και εγώ. Είναι κάπως λογικό το σχήμα να προωθείται ως ντουέτο, αλλά το σχέδιό μας ήταν πάντα να αρχίσουμε να παίζουμε live ξανά και να προχωρήσουμε ως τετράδα.

Ο Scott Mota, ο μπασίστας μας τώρα, είναι ένας από τους καλύτερους φίλους μας. Γνωριστήκαμε ενώ φοιτούσαμε στο Musicians Institute στο Λος Άντζελες. Ο Scott είναι ένας φοβερός μπασίστας/ κιθαρίστας, μουσικός και φίλος, και μεγάλος θαυμαστής των Hot Tamales (γλυκό με γεύση κανέλας) και του μαλλιού της γριάς, εξ ου και το όνομά του στο τηλέφωνό μου… Scottin Candy. Ο Scott έχει επίσης credits στη σύνθεση αυτού του δίσκου, από riffs που έγραψε ενώ παίζαμε μαζί, όσο παρακολουθούσαμε μαθήματα στο MI. Λοιπόν, τώρα απλά ψάχνουμε για drummer και θα είμαστε έτοιμοι.

Ας μιλήσουμε και λίγο για εσάς. Τι άλλο κάνετε στη ζωή σας;

Jason: Διδάσκω κιθάρα, περίπου 30 μαθητές την εβδομάδα, και γράφω επίσης μουσική για ταινίες και τηλεόραση.

Matthew: Εργάζομαι στις διεθνείς αποστολές/ παραλαβές. Ευχάριστα πράγματα. Επίσης έχω ένα side project με τον φίλο μου, Dan Yob, ο οποίος είναι εξαιρετικός κιθαρίστας και γράφει πραγματικά αξέχαστη μουσική. Το project αυτό λέγεται Conductor. Πέρα από αυτό, δουλειά και απλά προσπαθώ να βλέπω την υπέροχη κοπέλα μου όσο το δυνατόν περισσότερο.

Με ποιες μπάντες μεγαλώσατε και ποιες σας έκαναν να ακολουθήσετε τον δρόμο του τεχνικού death metal;

Jason: Μεγαλώσαμε με πράγματα που ήταν στο ραδιόφωνο, μέχρι που ο ξάδερφός μας, ο Chris, μας έπαιξε το “… And Justice for All και είπε, «αυτό πρέπει να το τσεκάρετε»! Τότε πραγματικά ξεκίνησαν τα πάντα. Από εκεί, πήγαμε σε συγκροτήματα όπως οι Slayer, οι Pantera, οι Morbid Angel, οι Cannibal Corpse, και τα υπόλοιπα είναι ιστορία, όπως λένε.

Matthew: Η πρώτη μουσική που θυμάμαι να ακούω ήταν ο Raffi. Το Down By the Bay είναι τόσο “brutal” όσο δεν πάει. Το αγαπημένο μου συγκρότημα όμως είναι σίγουρα οι Metallica. Ακούγοντας το album “…And Justice for All” με τον ξάδερφό μας, και εκείνη τη συναυλία τους το ’89, το “Live Shit – Binge & Purge, Seattle”, με έκαναν να καταλάβω ότι ήθελα να μάθω πώς να κάνω metal φωνητικά. Το να πηγαίνω σε πολλές συναυλίες, ήταν επίσης ένας παράγοντας. Πήγα να δω τους Metallica, τους Slayer, τους Pantera ζωντανά. Ήμουν ενθουσιασμένος κι ας μην καταλάβαινα τι ακριβώς συνέβαινε, ήξερα ότι «αυτό ήταν». Το να βρίσκομαι στην πόρτα όταν οι Pantera άνοιξαν με το “Hellboud” και να «λιώνει το πρόσωπό μου» από τα blasts στο downbeat του πρώτου ρεφρέν με την κραυγή του Phil, ήταν σίγουρα μία αξέχαστη στιγμή που με στιγμάτισε.

Οι επιρροές που αργότερα οδήγησαν τις καρδιές μας στις απέραντες σκιές ήταν μπάντες όπως οι Morbid Angel, Suffocation, Dying Fetus, Decapitated κ.λπ., που μας πήγαν σε πιο τεχνικά ακούσματα. Διαδρομή θανάτου.

Πώς άλλαξε η ζωή σας κατά τη διάρκεια της πανδημίας; Ήταν μια δύσκολη περίοδος για εσάς;

Jason: Κατά κάποιο τρόπο, μας βοήθησε να διορθώσουμε κάποια πιο χαλαρά σημεία στον δίσκο και να προετοιμάσουμε τα πάντα για κυκλοφορία του, και όλα αυτά με τον επιπλέον χρόνο στο σπίτι. Από την άλλη πλευρά, έβαλε μεγάλο φραγμό στις συναυλίες, όπως όλοι ξέρετε, αλλά κάναμε το καλύτερο δυνατό για να λειτουργήσουν τα πράγματα.

Matthew: Σίγουρα ήταν χάλια να μη γίνονται συναυλίες, ακόμα και μόνο για να τις παρακολουθήσουμε. Η πανδημία με έκανε επίσης να εργαστώ ακόμη περισσότερο, αφού ασχολούμαι με τη ναυτιλία και την προμήθεια ΜΑΠ σε όλο τον πλανήτη. Πολύς κόσμος εδώ στο Λος Άντζελες δε μπορούσε να εργαστεί καθόλου. Έτσι, είχα την τύχη να είμαι σε θέση που μπορούσα να βοηθήσω, αλλά και να έχω εισόδημα.

Ποια είναι τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον; Υπάρχουν σκέψεις για την προώθηση του δίσκου;

Matthew: Αυτή τη στιγμή δουλεύουμε με τους υπέροχους ανθρώπους της Clawhammer για την προώθηση. Ήταν μια τεράστια βοήθεια. Ευχαριστούμε και πάλι τον φίλο μας Tyler από τους Xoth, που μας έφερε σε επικοινωνία. Επίσης, συνεργαζόμαστε με τον καλό μας φίλο, Phil Alterman, ώστε να ολοκληρώσουμε τα lyric videos για όλα τα τραγούδια του δίσκου. Τα μισά από αυτά έχουν ανέβει ήδη στη σελίδα μας στο YouTube. Τα υπόλοιπα ανέβουνε επίσης σύντομα. Στη συνέχεια θα γυρίσουμε μερικά live videos και playthroughs, και θα κοιτάξουμε να βάλουμε στο πρόγραμμα μερικές περιοδείες για να παίξουμε αυτά τα τραγούδια ζωντανά, μόλις βρούμε έναν drummer.

Αυτό ήταν όλο από εμένα, σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας. Οι τελευταίες λέξεις είναι δικές σας.

Jason: Ευχαριστούμε κι εμείς για το χρόνο σου Μίνω! Το εκτιμούμε πραγματικά.

Matthew: Ευχαριστούμε πολύ για τη «φιλοξενία» στη σελίδα σας! Και όπως είπε κάποτε ο μεγάλος Stan Laurel, «Οι ψηλές βελανιδιές, από μικρά βελανίδια γίνονται».

Συνέντευξη: Μίνως Ντοκόπουλος
Μετάφραση: Βίκυ Αθανασοπούλου

Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Band Members
Jason Williams – Κιθάρες
Matthew Williams – Φωνητικά

Discography
Somnambulant Foregoer, 2021

Related posts

Leave a Comment

Leave a review

X